Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

17. 4η Επίσκεψη, συνέχεια

Είχε δίκιο, όσο κι αν μου έκανε καλό να σκέφτομαι και να αναλύω συνέχεια αυτά που είχαμε πει και δημιουργώντας σενάρια για αυτά που θα λέγαμε, δεν ήταν αυτό η ουσία. Πήγαινα εκεί για να καταλήξουμε κάπου αλλού, να βοηθηθώ να ξεπεράσω φοβίες, ανασφάλειες, να νιώσω τελικά «καλά», μέρος του κοινωνικού συνόλου κι όχι ξένο σώμα του, τουλάχιστον κατά πως το αντιλαμβανόμουν εγώ…

Η τελευταία μου επίσκεψη πριν το Πάσχα ήταν την Μεγάλη Τρίτη, μάλιστα μετά την συνεδρία μας είχα κανονίσει να βρεθώ με την μητέρα μου σε ένα παλιό εκκλησάκι της γειτονιάς που έκανε μια πολύ όμορφη λειτουργία, περιέργως πως είχαν αρχίσει να μου αρέσουν συγκεκριμένοι βυζαντινοί ύμνοι και κάποια εκκλησιαστικά τελετουργικά…

Περπάτησα γρήγορα, κάποιες κηλίδες ιδρώτα έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στο μέτωπο, τις σκούπισα βιαστικά με την ανάποδη της παλάμης κι ανέβηκα στο γραφείο. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που δεν σκεφτόμουν αυτή την επίσκεψη και δεν προετοίμαζα το έδαφος. Η πόρτα ήταν ανοικτή και με το που τον αντίκρισα του είπα:

Α.: Καλησπέρα κύριε Γ. αυτή την φορά ήρθα μάλλον νωρίτερα, υπάρχει πρόβλημα να ξεκινήσουμε τώρα;
Γ.: Καλησπέρα κύριε Α., όχι αν θέλετε ξεκινάμε άμεσα, έχετε κάποιο ραντεβού μετά και βιάζεστε;
Α.: Όχι ακριβώς ραντεβού, θα συναντήσω την μητέρα μου σε μια εκκλησία αργότερα…
Γ.: Ωραία, ας συνεχίσουμε λοιπόν από εκεί που είχαμε μείνει, αλήθεια θυμάστε το σημείο; Ελπίζω να μην προετοιμάσατε πάλι την συνέχεια και να αφεθείτε σε πιο χαλαρή συζήτηση αυτή την φορά...
Α.: Η αλήθεια είναι ότι καθόλου δεν προετοιμάστηκα για την σημερινή μας συνάντηση, δεν ξέρω αν φταίει η Πασχαλινή ατμόσφαιρα κι ότι περιμένω την αυριανή μας έξοδο προς το χωριό αλλά νιώθω λιγότερο πιεσμένος, την προηγούμενη φορά λοιπόν συζητήσαμε περί έλλειψης και την διαφορά της από την απώλεια.
Γ.: Σωστά, είχατε αρχίσει να μιλάτε λοιπόν για την έλλειψη της μητέρας τον καιρό που είχε το ατύχημα ο αδελφός σας, θυμάστε έντονα άλλες τέτοιες περιπτώσεις είτε από το οικογενειακό είτε από το ευρύτερο περιβάλλον;
Α.: Ναι, η αλήθεια είναι ότι κι ο πατέρας μου έλλειπε αρκετά τότε. Λόγω της εργασίας του (ελαιοχρωματιστής) μπορεί να έλλειπε μέρες ολόκληρες, να δούλευε Σαββατοκύριακα, γενικώς τον ένιωθα απόντα... 
Γ.: Αυτή η έλλειψη αντρικού προτύπου στα πρώτα σας βήματα θεωρητικά πρέπει να σας έδεσε περισσότερο με την μητέρα σας, από την άλλη ίσως και λόγω αυτής της έλλειψης προσπαθήσατε να "πάρετε" κατά κάποιο τρόπο τον ρόλο του δίπλα στην μητέρα σας; Αλήθεια νιώσατε ποτέ σωματική / ερωτική έλξη για κάποιον από τους γονείς σας;

Έμεινα για λίγο σκεφτικός, δεν περίμενα την αναφορά του γνωστού συνδρόμου σε μια συζήτηση για την έλλειψη - για την ακρίβεια δεν το είχα σκεφτεί ποτέ μέχρι τότε... Ο Γ. προβλέποντας την αντίδρασή μου ή απλά αναφερόμενος σε αυτό σαν μελλοντική παρακαταθήκη συνέχισε χωρίς να περιμένει την απάντησή μου...

Γ.: Ας αφήσουμε όμως προς το παρόν τα Οιδιπόδεια συμπλέγματα κι απαντήστε μου στο πρώτο σκέλος της ερώτησης αν θέλετε...
Α.: (παίρνοντας βαθιά ανάσα που δεν θα το θίγαμε τώρα αυτό το θέμα), Δεν ξέρω αν είχα μεγαλύτερο δέσιμο με κάποιον από τους δύο, σίγουρα τους αγαπάω το ίδιο, η μητέρα ήταν όντως πιο κοντά αλλά θυμάμαι τόσο χαρακτηριστικά τις στιγμές που ο πατέρας μου ερχόταν και με έπαιρνε από το Δημοτικό (8-9 χρονών) τα απογεύματα κι εγώ αποκαμωμένος δήθεν έριχνα το κεφάλι μου με ασφάλεια (και φόρα) στο μπράτσο του... Αυτά τα 3-4 τετράγωνα από το σχολείο προς στο σπίτι ήταν από τις πολύ έντονες και δυνατές στιγμές που θα θυμάμαι για πάντα από την σχέση μου με τον πατέρα μου. Έχουμε βέβαια και τις περισσότερο αστείες, όπως όταν με μάλωνε η μητέρα μου πήγαινα και τον χτυπούσα όπου τον έβρισκα, με αποτέλεσμα άλλοτε να του χύνω τον καφέ κι άλλοτε το νερό ή οτιδήποτε βρισκόταν μπροστά του... Σε γενικές γραμμές παράπονα δεν έχω, απλά ίσως τον ήθελα (χρειαζόμουν;) περισσότερο τότε...
Γ.: Ήταν αυστηρός σαν πατέρας; Νιώσατε ποτέ καταπίεση; Πως αντιμετώπιζε γενικά την ζωή;
Α.: Αυστηρός δεν ήταν ποτέ, δίκαιος ίσως, αλλά δεν ένιωσα σε καμιά στιγμή καταπιεσμένος. Ίσα ίσα με εμπιστευόταν, φανταστείτε ότι άρχισα να βγαίνω μόνος από τα 12-13, το χαρτζιλίκι δεν το στερήθηκα ποτέ, οι τιμωρίες δεν υπήρχαν στην ουσία, γενικά είχαμε περισσότερο φιλική σχέση παρά σχέση πατέρα - γιου, για την ακρίβεια δεν θυμάμαι ποτέ να τον απεκάλεσα πατέρα, από μικρός Αλέκο τον φώναζα... Ο ίδιος ήταν πολύ αισιόδοξος σαν άνθρωπος και πολύ δυνατός, ακόμη κι όταν του συνέβη η αρρώστια... (κόμπασα για λίγο, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στον γιατρό να με απαλλάξει από την δυσάρεστη θέση να μιλήσω για αυτό τώρα)
Γ.: Θα μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή για τα γεγονότα αυτά όπως ατυχήματα, αρρώστιες κι άλλα σημαντικά εμπόδια που σας έχουν παρουσιαστεί έως τώρα, κάτι τελευταίο να σας ρωτήσω μόνο, τον θαυμάζετε σαν άνθρωπο; Θέλετε να του μοιάσετε;
Α.: Ναι στον θαυμασμό όχι στην ομοιότητα, ήταν πάντα με τον σταυρό στο χέρι, δεν αδίκησε ποτέ κανέναν, προτιμούσε να χάνει ο ίδιος παρά οι συνεργάτες ή συνάδελφοι, δεν θα ήθελα να με θεωρούν "θύμα" όσο κι αν είχα καθαρή συνείδηση. Ο ίδιος λέει βέβαια ότι του μοιάζω πολύ σαν χαρακτήρας, θα δείξει στο μέλλον πιστεύω...
Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ, νομίζω για σήμερα ολοκληρώσαμε, εύχομαι καλό Πάσχα, να περάσετε όμορφα και τα λέμε πάλι με την επιστροφή σας και μου έδωσε το χέρι σε μια ζεστή χειραψία, σχεδόν φιλική
Α.: Εγώ σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας, να έχετε καλή Ανάσταση του αντευχήθηκα και τον κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια. Μου φάνηκε ότι ήταν ανεπαίσθητα υγρά τα μάτια του εκείνη τη στιγμή...

Έφυγα βιαστικά για να πάω να βρω την μητέρα στην εκκλησία, ο καιρός ως συνήθως τέτοιες ημέρες ήταν μουντός, έδειχνε ότι θα βρέξει σε λίγο, οι μυρωδιές από τα οπωροφόρα όμως γλύκαναν την ατμόσφαιρα, ένιωθα μια αδιάκριτη ηρεμία μέσα μου, αύριο θα πηγαίναμε και στο χωριό για Πάσχα, μακάρι φέτος να είναι ήρεμα κι όμορφα όλα, θα χρειαστώ αρκετή ενέργεια στον γυρισμό...

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

16. 4η Επίσκεψη

Η Άνοιξη είχε πλέον μπει για τα καλά και το αποδείκνυε με κάθε τρόπο. Οι οσμές των λουλουδιών των εσπεριδοειδών, μπερδεμένες με γιασεμιά και γλιτσίνιες που διασώζονταν σε τυχερούς κήπους αυτής της πόλης δε σου άφηναν καμιά αμφιβολία ότι το Πάσχα ήταν πολύ κοντά. Μια εποχή εντελώς διττή για μένα, που κάποτε μου άρεσε επειδή δεν είχα μαθήματα και διαβάσματα αλλά με χτυπούσε αλύπητα η αλλεργία της εφηβείας σε κάθε σχεδόν κόκκο γύρης στον αέρα, ενώ πλέον και με μόνο σκοπό τις επερχόμενες Πανελλαδικές σε περίπου ένα μήνα ήταν μάλλον αγχωτική και δεν βιαζόμουν καθόλου να έρθει...
Τα βήματα μου ήταν μάλλον αργά και καθυστέρησα για 5 λεπτά να φτάσω στο γραφείο του Γ. που με περίμενε με την πόρτα ανοιχτή. 

- Περάστε κύριε Α. αργήσατε αυτή τη φορά...
- Καλησπέρα κύριε Γ. και συγγνώμη για την καθυστέρηση, δεν υπολόγισα καλά τον χρόνο μου αυτή τη φορά και μάλλον αφαιρέθηκα από τις σκέψεις μου στη διαδρομή...
- Μην μου πείτε ότι φτιάχνατε σενάρια για την πιθανή σημερινή μας συνεδρία;
- (απορημένος εσωτερικά, λες να διάβαζε και την σκέψη;) Όχι βέβαια, σκεφτόμουν αυτά που πρόκειται να συμβούν τους ερχόμενους μήνες και που πιθανόν να αλλάξουν τη ζωή μου, τουλάχιστον όπως την γνώριζα μέχρι τώρα
- Πείτε μου λίγο για αυτό που σκεφτόσασταν πριν αρχίσουμε κανονικά, το βρίσκω ενδιαφέρον
- Σκεφτόμουν λοιπόν ότι σε περίπτωση που περάσω σε κάποια σχολή σε άλλη πόλη πόσα θα γίνουν και πόσα καινούργια πράγματα θα συμβούν στη ζωή μου. Αρχικά να μείνω εντελώς μόνος και να πρέπει να κουμαντάρω και το σπίτι εκτός από τα υπόλοιπα, έπειτα η απόσταση από τους δικούς μου, ποιος ξέρει πόσο κοντά ή μακριά θα είμαι, πόσο συχνά θα τους βλέπω ή θα τους μιλάω κι άλλα πολλά σημαντικά ή λιγότερο σημαντικά της καθημερινότητας.
- Οπότε μου δίνετε μια καλή αφορμή να συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε μείνει, μια άλλου είδους έλλειψη, αναγκαστική, όχι για λόγους υγείας, τσακωμού, διαφορετικών αντιλήψεων ή για παρόμοιο λόγο, αλλά μια έλλειψη με ταυτόχρονη αλλαγή πλεύσης και τρόπου ζωής από μεριάς σας, μια έλλειψη για την οποία δεν είστε και σίγουρος ότι δεν θα την αποζητάτε τελικά με προσμονή...
- Σωστό είναι αυτό, αν δεν ζήσω την κατάσταση από κοντά όμως δεν μπορώ να είμαι και σίγουρος ότι θα την αποζητώ τελικά, μια ανασφάλεια την νιώθω όσο να πείτε
- Λογικό το βρίσκω, και πολύ κατανοητή κι η ανασφάλεια κι η προσμονή για την βίωση αυτής της κατάστασης, το άγνωστο τελικά που μπορεί να είναι καλό ή κακό... Ουσιαστικά μπορείτε να το εκλάβετε κι ως το πρώτο βήμα για το κόψιμο του ομφάλιου λώρου. Ας πάμε όμως μια και φτάσαμε σε αυτό το θέμα στην ανασφάλεια που νιώθατε από την πραγματική έλλειψη που βιώσατε σε τρυφερή ηλικία, ας πούμε για την εποχή του ατυχήματος του αδελφού σας που μου περιγράψατε σε προηγούμενη συνεδρία, πόσο σημαντική ήταν η έλλειψη της μητέρας σας τότε; 
- Θεωρώ ότι ήταν περίεργη εποχή, απ' όσο θυμάμαι κι η γιαγιά κι όλοι προσπαθούσαν να καλύψουν το κενό, στις σπάνιες εμφανίσεις της μητέρας ένιωθα όλο και μικρότερη λαχτάρα, κάθε φορά και λιγότερο μου έλλειπε, μπορεί να ήταν απλά αντίδραση - δε με θέλει μια δεν την θέλω εκατό - από την άλλη ο απογαλακτισμός δεν είχε και πολλά χρόνια που είχε συμβεί κι όπως και να το κάνουμε η φυσική σχέση παιδιού και μητέρας είναι δύσκολο να αντικατασταθεί από οποιαδήποτε άλλη. 
Και τότε ήρθε η ερώτηση που υποτίθεται είχα προβάρει στο μυαλό μου λίγο καιρό πριν...
- Θεωρείτε ότι η απώλεια είναι δυσκολότερη από την έλλειψη;
Δεν μπορούσα όμως να σκεφτώ τι είχα απαντήσει στην αντίστοιχη ερώτηση που είχα κάνει στον εαυτό μου, κι αυθόρμητα μου βγήκε
- Ουσιαστικά δεν βλέπω διαφορά, είναι μάλλον μη αναστρέψιμα και τα δύο αυτά
- Κι όμως κύριε Α. δεν είναι έτσι τα πράγματα, την έλλειψη είτε μπορείτε να την αντικαταστήσετε με κάτι άλλο παρόμοιο ή να αποζητήσετε την αποκατάσταση αυτής της σχέσης αν το επιθυμείτε πραγματικά, ενώ η απώλεια είναι οριστική, δεν έχετε κανένα περιθώριο αντίδρασης
- Σωστά τα λέτε τώρα που το σκέφτομαι, και για πρώτη φορά με ειλικρίνεια ομολόγησα: ενώ σκεφτόμουν λίγες ημέρες πριν τις διαφορές μεταξύ των δύο κι είχα φτάσει στο δικό σας συμπέρασμα σήμερα που μου ζητήθηκε η γνώμη μου είπα κάτι διαφορετικό...
- Κύριε Α. θα προτιμούσα να σκέφτεστε λιγότερο τι θα μπορούσαμε να πούμε στην επόμενη συνεδρία και να επικεντρώνεστε στο τι λέμε στην τρέχουσα, μην δημιουργείτε σενάρια της μεταξύ μας "σχέσης", αφήστε την να πάρει τον δρόμο της φυσικά

Για πρώτη φορά τον κοίταξα με αυτό τον τρόπο στα μάτια, δεν τον κοιτούσα διερευνητικά,  μου φάνηκε ιδιαίτερα γοητευτικός, θα μπορούσε να ήταν και πατέρας μου, ίσως και να ήταν ο πατέρας που μου έλλειπε όταν έπρεπε...

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

15.Έλλειψης συνέχεια

Αυτή τη φορά προσπάθησα να προετοιμαστώ όσο περισσότερο μπορούσα. Η ανάλυση είχε δυσκολέψει πολύ, η απώλεια είναι τόσο μεγάλο θέμα κι έχει τόσα παρακλάδια που εύκολα μπορεί να ξεφύγει… Έτσι άρχισα να κάνω ανταπαντήσεις στον εαυτό μου ώστε να είμαι όσο έτοιμος θα μπορούσα να είμαι.
Περπατώντας χωρίς σαφή προορισμό αυτή την ηλιόλουστη σχεδόν καλοκαιρινή ημέρα, το μυαλό μου είχε γίνει ένα κουβάρι προβληματισμών και σκέψεων:
- Θεωρείτε ότι η απώλεια είναι χειρότερη από την έλλειψη - σε απόλυτα μεγέθη;
- Αν και ίδια σε ουσία πιστεύω ότι η απώλεια είναι πιο οδυνηρή
- Ενώ η απώλεια όμως προϋποθέτει την έλλειψη δεν είναι απαραίτητο και το αντίθετο
- Δίκιο έχετε σε αυτό, έλλειψη μπορεί να είναι κι η μη απόκτηση κάποιου υλικού ή όχι μόνο πράγματος που θέλουμε πολύ...
- Ακριβώς αυτό εννοούσα, οπότε με την έλλειψη πολλές φορές οδηγούμαστε στην αντικατάσταση ή την πλήρη αποχή από κάτι ενώ με την απώλεια αναγκαστικά πρέπει να δεχτούμε την κατάσταση χωρίς περιθώρια άλλης αντίδρασης...

Δεν είχα προλάβει να ολοκληρώσω τις φανταστικές ερωτήσεις κι απαντήσεις με τον Γ. και έπεσα πάνω σε ένα συμμαθητή και κολλητό μου που είχα να δω αρκετούς μήνες:
- γεια σου βρε Σ. τι γίνεσαι; που βρίσκεσαι;
- γεια σου Α. καλά λέω, στην Λάρισα είμαι και σπουδάζω, ένα γεγονός με ανάγκασε να κατέβω πριν τελειώσει η περίοδος, κι είναι κι εξεταστική τώρα...
- αν επιτρέπετε τι γεγονός; (τον ρώτησα από ανάμικτο ενδιαφέρον)
- ο πατέρας μου έπαθε ένα καρδιακό επεισόδιο, είναι στο Νοσοκομείο
- είναι σοβαρά; έχει περάσει ο κίνδυνος;
- είναι σοβαρά, θα δείξει
- έλα ρε φίλε, θα δεις θα περάσει, πάμε για ένα καφεδάκι;
- άντε πάμε, έχω 2 ώρες μέχρι να πάω ξανά για την επίσκεψη
Πήγαμε σε ένα γειτονικό καφέ που συνηθίζαμε να περνάμε τις κοπάνες μας, κάτι ξεγυρισμένα 6ωρα όπου δεν σταματούσαμε να μιλάμε. Η αναγκαστική αποχή από την καθημερινή επαφή που είχαμε κάποτε ήταν περισσότερο από εμφανής, δεν υπήρχε σαφώς αμηχανία, κι ένα βλέμμα έφτανε για να καταλάβει ο ένας τον άλλο, αλλά κάτι έλλειπε...
- Λοιπόν πως πάει η ζωή γενικά στη Λάρισα; τον ρώτησα για να σπάσουμε την ησυχία
- Καλά μωρέ, λίγο η σχολή, λίγο κάποιες παρέες που έχω κάνει εκεί, περνά ευχάριστα η κατάσταση, αλλά αυτό που φαντάζονται όλοι περί φοιτητικής ζωής, ξεγνοιασιάς κλπ απέχει πολύ από αυτό που ζω...
- Τουλάχιστον εσύ το ζεις, εγώ θα πρέπει να περιμένω τα αποτελέσματα για να δω αν θα ακολουθήσω κάποιον από την παλιά παρέα ή θα είμαι κάπου μόνος κι εγώ σαν κι εσένα...
- Έχω μια διαίσθηση ότι η παλιά καλή πεντάδα θα σκορπίσει πραγματικά στα 5 σημεία του ορίζοντα, μου απάντησε.
Πράγματι, σε όλο το Λύκειο ειδικά, είχαμε δημιουργήσει μια εξαιρετικά δεμένη πεντάδα, με περίφημα πάρτι όταν βρίσκαμε την ευκαιρία, με στήσιμο παράνομου ερασιτεχνικού σταθμού, με απίστευτες κοπάνες (μέχρι κι εκδρομές εκτός Αττικής κάναμε σε πρωινή κοπάνα), κι ότι μπορεί να φανταστεί κανείς.
- Φοβάμαι ότι θα δικαιωθείς, του ανταπάντησα, η αλήθεια είναι ότι μου λείπει πολύ η παρέα σου ρε φίλε, δεν περνάνε οι μέρες εδώ χωρίς έναν άνθρωπο σαν κι εσένα να πω κουβέντες από καρδιάς...
- Ποτέ δεν ξέρεις πως θα μας τα φέρει η ζωή, ίσως και να ξανασμίξουμε, ίσως και να χαθούμε για πάντα, ίσως να φτάσουμε να συναντιόμαστε στο μέλλον στο δρόμο και να μην αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο...

Μην θέλοντας να σκεφτώ πως είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοιο ενδεχόμενο, γύρισα την κουβέντα περί γκομενικών, μουσικής, οικογενειακών κι άλλων ανάλαφρων θεμάτων, το μόνο που μου έλλειπε αυτή τη στιγμή ήταν άλλη μια απώλεια στις τόσες που είχα...

Υστερόγραφο: τον Σ. τον συνάντησα αρκετές φορές τα επόμενα χρόνια, κυρίως όταν έμενα ακόμη στην ίδια γειτονιά, παντρεύτηκε, έκανε δύο παιδιά, έχασε πατέρα, δουλειά, πάχυνε, βάρυνε, χαθήκαμε αλλά ξέρω (κι ελπίζω) ότι είναι καλά, ποτέ δεν θα ξεχάσω ότι κέρδισα από αυτό τον άνθρωπο στην δύσκολη εφηβεία που περάσαμε παρέα... Τελικά η έλλειψη γλυκαίνει όταν θυμάσαι και αντιμετωπίζεται όταν συνειδητοποιείς τι έχεις κερδίσει από αυτό που έχασες.
    

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

14. Έλλειψη

Όλη την εβδομάδα προσπάθησα να επικεντρωθώ στις διάφορες απώλειες της ζωής μου έως αυτή τη στιγμή. Ο Γ. είπε καθαρά ότι αυτό θα ήταν το θέμα ανάλυσης στην επόμενη συνεδρία. Ήδη είχα πει για την πρώτη μου απώλεια, αυτή του παππού, δεν είχα επεκταθεί στην απώλεια της μητρικής αγάπης και προστασίας τον δύσκολο καιρό του ατυχήματος του αδελφού μου ακόμη, κι αυτό μου ήταν αρκετά δύσκολο. Προσπάθησα να σκεφτώ κι άλλα πράγματα σχετικά αλλά ένα τηλεφώνημα διέκοψε τις σκέψεις μου.
Α.: Λέγετε;
Ο.: Καλησπέρα, είμαι η Ο. πως είσαι;
Α.: Εγώ καλά λέω, εσύ που χάθηκες; (ήταν η καθηγήτρια των αρχαίων μου, σημαντική σχέση στη ζωή μου εκεί γύρω στα 12-13, δεν είχα αναφερθεί καν για αυτή στον γιατρό μέχρι τώρα, ήταν μια αρκετά ιδιόμορφη σχέση αυτή που είχαμε αναπτύξει).
Ο.: Δεν το λες και καλά, να μπαίνω για εγχείρηση την Δευτέρα, ινομύωμα μου είπαν, να δούμε στην βιοψία τι θα δείξει...
Α.: (μετά από μια αρκετά μεγάλη παύση, η αλήθεια δεν είχα ξανακούσει περί ινομυώματος), είναι σοβαρό; Άντε βρε μια χαρά θα πάει...
Ο.: Δεν καταλαβαίνεις; Μορφή καρκίνου είναι, πως να στο δώσω να το καταλάβεις; (ήταν θλιμμένη και προφανώς απογοητευμένη από την αρχική μου αντίδραση τύπου: έλα βρε, δεν είναι και τίποτα...)
Α.: Επαναλαμβάνω όλα καλά θα πάνε, μην αγχώνεσαι, θέλεις να παίξουμε ένα τηλεφωνικό σκάκι; (το είχαμε κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, δυο-τρεις ώρες τηλεφωνήματα και να παίζουμε σκάκι ενώ ακούγαμε ταυτόχρονα την ίδια μουσική και μιλούσαμε και περί ανέμων και υδάτων)
Ο.: Όχι, δεν έχω και πολύ διάθεση, θα είμαι στο Υ., δωμάτιο 312, αν θέλεις έρχεσαι και τα λέμε κι από κοντά.
Κλείνοντας το τηλέφωνο ασυναίσθητα έβαλα τα κλάματα. Ήταν όσο σοβαρό έλεγε; Μπρος στις απώλειες που ήδη σκεφτόμουν η δική της θα ήταν αφόρητη τη συγκεκριμένη στιγμή. Έχοντας σκορπίσει η παρέα του Γυμνασίου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας λόγω των σχολών που είχαν περάσει ήμουν ουσιαστικά μόνος για αυτή τη χρονιά στην Αθήνα. Η Ο. ήταν από τα λίγα αποκούμπια που είχα, για την ακρίβεια ήταν ο μέντορας κι οδηγός μου μέχρι αυτή τη στιγμή. Όταν στην πρώτη Γυμνασίου ακόμη ως καθηγήτρια Αρχαίων και Νέων Ελληνικών είχε αρχικά επιλέξει μια έκθεση μου και την είχε διαβάσει σε όλο το τμήμα ως πρότυπο έκθεσης κατάλαβα ότι κάτι είχε δει σε μένα. Παρότι την επόμενη χρονιά έφυγε με μετάθεση για επαρχιακή πόλη, ανταλλάσσαμε γράμματα (του ταχυδρομείου βεβαίως, τότε δεν υπήρχε ηλεκτρονική αλληλογραφία), πολλά γράμματα, και επισκέψεις όταν είχε άδεια, μου δώριζε βιβλία, από αυτήν έμαθα την σύγχρονη Ελληνική πεζογραφία (στα 13 διάβαζα Ταχτσή και Κουμανταρέα), πηγαίναμε στο Ηρώδειο σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, πηγαίναμε εκδρομές, σε φεστιβάλ νεολαιών, ήταν ο ερανιστής ενός εφηβικού ποιήματος που έγραψα και πήρε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό, και τι δεν έκανε για και με εμένα. Η σχέση μας παρ όλη την διαφορά ηλικίας από κάποιους είχε παρεξηγηθεί, ευτυχώς όχι από τους γονείς μου που την αγαπούσαν πολύ και την δεχόντουσαν.
Με βαριά καρδιά κίνησα την επόμενη της εγχείρισης να την επισκεφτώ. Στο γνωστό μαιευτήριο τα περισσότερα δωμάτια πλημμύριζαν από χαρά και μπλε, ροζ μπαλόνια, κι αρκουδάκια και λουλούδια, εγώ κρατούσα ένα κουτάκι γλυκά και δεν μπορούσα να συμμεριστώ αυτή τη χαρά. Μπήκα δειλά στο δωμάτιο, ήταν εμφανώς εξαντλημένη αλλά ο τρόπος που μου χαμογέλασε με έκανε να αναθαρρήσω και να το ανταποδώσω, έσκυψα και την φίλησα, όλα καλά; Την ρώτησα, νομίζω πως ναι, μου απάντησε, κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας...
Βγαίνοντας από το Νοσοκομείο ήμουν πολύ καλύτερα, ήμουν σίγουρος ότι τα χειρότερα είχαν περάσει για την Ο. Πίστεψα ότι αύριο θα ήμουν πανέτοιμος να αντιμετωπίσω την δύσκολη συνεδρία που θα ερχόταν. Παρότι ήταν από τις τελευταίες φορές που θα την έβλεπα (μέχρι και τώρα) μου έδωσε την δυνατότητα να σκεφτώ ότι η απώλεια είναι σχετική, αυτό που κερδίζεις από την επαφή σου με έναν άνθρωπο είναι παρακαταθήκη και σε ακολουθεί πάντα, ακόμη κι αν χαθεί από τη ζωή σου.

Υστερόγραφο: Μόλις φέτος, σχεδόν μετά από 25 χρόνια που χαθήκαμε έκανα μια προσπάθεια να ξαναβρώ τα ίχνη της Ο. Στο διαδίκτυο το μόνο που βρήκα ήταν ότι πλέον ήταν διευθύντρια σε ένα Λύκειο, σημείωσα το τηλέφωνο του σχολείου για να καλέσω κάποια στιγμή, δεν το έχω κάνει μέχρι τώρα, όταν χαθήκαμε, λίγα μόλις χρόνια μετά από αυτή την ιστορία που περιέγραψα, είχε παντρευτεί, στην ευχητήρια κάρτα μου ήμουν λίγο διφορούμενος, θυμάμαι είχα ευχηθεί: ελπίζω να περάσεις καλά με την επιλογή που έκανες... ο άντρας της σε ένα τηλέφωνο που έκανα μου ζήτησε (δικαίως) εξηγήσεις, κατάλαβα ότι ζήλευε, δεν ήθελα να μπω ανάμεσα με κανέναν τρόπο, δεν νομίζω ότι θα το κάνω τώρα, ελπίζω απλά οι δρόμοι μας να βρεθούνε ξανά τυχαία, δύο άνθρωποι που βρίσκονται τόσο κοντά, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα ξανασμίξουν.
Ο. αν διαβάσεις ποτέ αυτό το κείμενο να ξέρεις ότι το κόκκινο αδιάβροχο μπουφάν παρότι έλιωσε είναι πάντα εσύ...
    

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

13. 3η Επίσκεψη, λήξη

Κάθισα ακόμη πιο βαθιά στην πολυθρόνα με τα χέρια στα πόδια μου και το βλέμμα στα βιβλία πίσω του.

Α.: Τι θα θέλατε να ακούσετε πρώτα; Τα άμεσα συναισθήματα λόγω του γεγονότος του θανάτου ή τα κατασταλαγμένα αφού συνειδητοποιώ το γεγονός;
Γ.: Και τα δύο είναι εξίσου ενδιαφέροντα…
Α.: Αρχικά λοιπόν είναι η αίσθηση του κενού, σαν να ξεριζώνεις ένα μέλος από το σώμα σου, αυτά τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που κόβεσαι στο χέρι από ένα μαχαίρι και τον πόνο που φτάνει σαν πληροφορία από τον εγκέφαλο…
Γ.: Σα να σας τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια μια και σας αρέσουν οι παρομοιώσεις;
Α.: Κάπως έτσι, μα το δάκρυ δεν μπορεί να βγει, το ξέσπασμα δεν είναι το αναμενόμενο.
Γ.: Γιατί είναι αναμενόμενο το δάκρυ; Θέλω να πω επειδή σας το έχουν πει, το έχετε δει να συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, γιατί επιβάλλεται από τα κοινωνικά δεδομένα; Τι απ’ όλα;
Α.: Λίγο απ’ όλα, μα περισσότερο πιστεύω γιατί είναι μια αντίδραση που υπάρχει στο DNA μας, δεν είναι εύκολο μια απώλεια αγαπημένου προσώπου να μην συνοδεύεται από κλάμα…
Γ.: Από την άλλη όμως και σύμφωνα με τα λεγόμενά σας πριν λίγο, πιστεύοντας σε μετενσαρκώσεις κι άλλα παρόμοια, το ότι θα είναι καλύτερα εκεί που θα πάνε δεν σας δημιουργεί χαρά;
Α.: Μα δεν έχει να κάνει με αυτούς που φεύγουν, αν θέλετε είναι και λίγο εγωιστικό, αλλά έχει να κάνει με μένα και τι κενό δημιουργείται από αυτή την απώλεια. Εκτός του συναισθηματικού κενού, είναι κι η ασφάλεια – υλική και ψυχική, η καθημερινή επαφή, το άγγιγμα και το χάδι, το φιλί κι η ανταλλαγή αγάπης και τρυφερότητας, αισθήματα και πράξεις που δύσκολα βρίσκεις εκτός οικογένειας.
Γ.: Αρχίσατε να το κάνετε περισσότερο ξεκάθαρο τώρα, κι όχι δεν είναι εγωιστικό, είναι ανθρώπινο πέρα για πέρα, συνεχίστε…
Α.: Παρότι λοιπόν έπρεπε η αναμενόμενη αντίδραση να είναι το κλάμα ήταν το γέλιο στη θέση του, δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν γέλιο χαράς ή απλά αντίδρασης πάντως ήταν ένα καθαρό γέλιο, χωρίς ενοχές για αυτό…
Γ.: Χρησιμοποιήσατε ταυτόχρονα τις λέξεις γέλιο κι ενοχή, αν βάλουμε μια μικρή παρένθεση στο θέμα με το οποίο γελούσατε, θεωρείτε ότι το γέλιο συχνά συμβαίνει με ενοχή κι όχι αβίαστα όπως του πρέπει;
Α.: Ναι, το πιστεύω αυτό, σε αυτό που δεν πιστεύω είναι ότι πρέπει να γίνεται μόνο σε συγκεκριμένα θεάματα ή σε αστείες καταστάσεις, από την άλλη δεν ξέρω πόσο ταιριάζει στο θάνατο…
Γ.: Μου φαίνεται ότι είναι μια μορφή εξορκισμού του κακού για εσάς, μια κάθαρση θα έλεγα, από τη στιγμή δε που λειτουργεί αν όχι περισσότερο, τουλάχιστον το ίδιο λυτρωτικά με το κλάμα, είναι προφανής ο σκοπός που το κάνετε.
Α.: Προφανής μπορεί, αποδεκτός όμως;
Γ.: Θεωρείτε εαυτόν αιρετικό; Και δεν αναφέρομαι μόνο στη θρησκεία, γενικότερα θέλετε ή θεωρείτε ότι διαφέρετε τουλάχιστον από τον μέσο όρο;
Α.: Σε γενικές γραμμές το πιστεύω κι είμαι μάλλον, δεν ξέρω αν το αιρετικός είναι η σωστή λέξη, πάντως αντιδραστικός ή αντίθετος από αυτά που θεωρούνται αποδεκτά από το μέσο όρο ανθρώπων είμαι…
Γ.: Επειδή έχουμε φτάσει σε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο κι όσον αφορά στην απώλεια κι όσον αφορά στην γενικότερη αντίδραση, σταματάμε εδώ για σήμερα και σας περιμένω την ερχόμενη εβδομάδα για περισσότερη ανάλυση και στα δύο, σας ευχαριστώ.
Α.: (;) Εγώ ευχαριστώ… απάντησα, σχεδόν ερωτηματικά

Βγαίνοντας από το γραφείο ο καιρός είχε αλλάξει αρκετά, η Ανοιξιάτικη μπόρα φαινόταν θέμα λεπτών, το χώμα είχε αρχίσει ήδη να μυρίζει με αυτή την οικεία και αγαπημένη οσμή από τις πρώτες σταγόνες που έπεφταν, μου άρεσε να βρέχομαι την Άνοιξη σε αντίθεση με το Χειμώνα, ήταν ένα άλλο είδος κάθαρσης που ένιωθα ότι με εξάγνιζε, έρχονταν περίεργες ημέρες, ήμουν σίγουρος για αυτό.
    

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

12. 3η Επίσκεψη, συνέχεια

Προσπάθησα να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις, και μου φάνηκε αλήθεια βουνό η προσπάθεια συγκρότησης προτάσεων για το συγκεκριμένο θέμα. Ήταν περισσότερο η ίδια η αίσθηση που μου άφηνε η σκέψη έλλειψης γονιών, όχι τόσο το θέμα ότι θα ήμουν ορφανός, όσο η απώλεια της καθημερινής επαφής, στοργής, τρυφερότητας, ασφάλειας… προσπάθησα να τα εκφράσω όσο μπορούσα καλύτερα (και προσεκτικότερα) όταν άρχισα να μιλάω,
Α.: Σκέφτομαι συχνά σαν σενάριο ότι συμβαίνει κάτι ξαφνικό, όπως αυτοκινητικό δυστύχημα ας πούμε και πεθαίνουν όλοι από αυτό…
Γ.: Συγγνώμη για την τόσο γρήγορη διακοπή, όταν λέτε όλοι; Εννοείτε μητέρα και πατέρας;
Α.: και ο αδελφός μου που οδηγεί…
Γ.: μάλιστα, συνεχίστε όσο μπορείτε με περισσότερες λεπτομέρειες…
Α.: Δεν επικεντρώνομαι στην ίδια εικόνα του δυστυχήματος, ούτε και στην τελετή που ακολουθεί, είναι εικόνες που ίσως δεν θέλω καν να σκέφτομαι ως πιθανότητα, αλλά στην πραγματικότητα μετά από αυτό το γεγονός. Βλέπω τις συζητήσεις των συγγενών και του παππού με τη γιαγιά για το ποιος θα με κρατήσει, εγώ αν ήταν να διαλέξω θα ήθελα να είμαι μόνος, δεν με ενδιαφέρει να βάλω στο ζύγι που θα ήταν καλύτερα, θέλω να πενθήσω με τον τρόπο μου, να αγωνιστώ να τα βγάλω πέρα μόνος, η έλλειψη κι η φροντίδα των γονέων δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθεί με κανέναν, η αδελφική αγάπη το ίδιο, δεν με απασχολεί και δεν με αγχώνει τίποτα, τελικά καταλήγω σε ένα μεγάλο κενό… Κενό συναισθημάτων, λες κι οι δακρυγόνοι αδένες δεν μπορούν να παράγουν άλλο υλικό, έχω στεγνώσει εσωτερικά κι εξωτερικά, σαν κινούμενο ζόμπι φαντάζω, κι όλο ξαφνικά βάζω τα γέλια… δυνατά και μέσα από την ψυχή μου.
Όλοι οι συγγενείς με κοιτούν αποσβολωμένοι, - πάει, τα έχασε το καημένο, λένε, ο νονός μου περνάει το μπράτσο του στους ώμους μου και με το άλλο χέρι με χαϊδεύει στο μάγουλο (εγώ ένιωθα σαν να ήθελε να μου ρίξει ένα χαστούκι να συνέλθω), η γιαγιά μου κλαίει κρυφά για να μην την δω, οι υπόλοιποι απλά απορούν. Δεν εξηγώ τίποτα σε κανένα, απλά είναι η αίσθηση ότι αρχίζω να νιώθω και πάλι μετά από αυτή την αντίδραση. Η απόσταση με τους άλλους γύρω μου όλο και μεγαλώνει, βγάζω το χέρι του νονού από πάνω μου αποφασιστικά, χαιρετώ κάποιους από τους συγγενείς, φιλώ κάποιους άλλους, αγκαλιάζω σφιχτά τη συνονόματη γιαγιά, και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Ο καιρός έξω είναι ανοιξιάτικος, φοράω τα γυαλιά ηλίου, ανάβω ένα τσιγάρο και νιώθω ότι αδειάζω… η αρχική σαστιμάρα και φόβος μετατρέπονται σε δύναμη και σιγουριά. Κάθομαι σε παρακείμενο καφενεδάκι, αγοράζω εφημερίδα αγγελιών κι αρχίζω να κοιτώ τις στήλες  προσφορά εργασίας και ενοικίαση ακινήτων…
Γ.: Ωραία, μέχρι εδώ μου περιγράφετε περισσότερο καταστάσεις και γεγονότα και λιγότερο συναισθήματα, στο μόνο που εστιάσατε είναι ότι αντί θλίψης και δακρύων για την απώλεια και την αίσθηση του «ξεκρέμαστου» ξεσπάσατε με μια εκ διαμέτρου αντίθετη αντίδραση από αυτή που θα περίμεναν όλοι, από αυτή που θα ήταν λογική (;) – στη φωνή του υπήρχε κάτι σαν ερώτηση χωρίς να είναι και τόσο σίγουρο… Θέλετε να εστιάσουμε λίγο περισσότερο στα αισθήματα τώρα;
Α.: Η αλήθεια είναι ότι άφησα το δυσκολότερο κομμάτι σχεδόν εκτός…
Ήξερα ότι τώρα αρχίζουν πραγματικά τα δύσκολα, αλλά δεν ήξερα καν από πού να το πιάσω το θέμα, πώς να αρχίσω. Ήμουν καλός στην αφήγηση, όχι όμως το ίδιο καλός στην εξωτερίκευση συναισθημάτων.
    

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

11. 3η Επίσκεψη

Ένιωθα τα πόδια μου ασυνήθιστα βαριά παρότι φορούσα αθλητικά μια κι είχε φτιάξει για τα καλά ο καιρός. Με το τζιν παντελόνι και την ανοιξιάτικη μπλούζα είχα μια εμφάνιση μάλλον για καφέ παρά για επίσκεψη στον κύριο Γ. όπου συνήθιζα αν μη τι άλλο στις 2 προηγούμενες επισκέψεις να έχω αρκετά προσεγμένη εμφάνιση. Μάλλον το βάδισμα βάραινε από την προοπτική να θιγούν ακόμη δυσκολότερα θέματα σε αυτή τη συνεδρία. Έφτασα στην ώρα μου ως συνήθως και λίγο νωρίτερα. Κάποιες σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν από το μέτωπο σημάδι του καλού καιρού αλλά και της εσωτερικής αγωνίας. Κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη, λες και θα έδινα πάλι εξετάσεις το αίσθημα, λες κι έδινα εξετάσεις με άγνωστο θέμα. Κάθισα στην πολυθρόνα του διαδρόμου και περίμενα, το μάτι μου έπεσε σε ένα πίνακα του χώρου, θαλασσογραφία το θέμα, ένα καραβάκι στο βάθος, ήρεμη θάλασσα προς τη στεριά, μια υποψία κύματος και σύννεφων στο βάθος, χρώματα από ανοιχτά και γαλήνια μέχρι βαριά και μουντά στο βάθος, δεν ήξερες αν ξημέρωνε η μέρα ή αν έδυε, όλα δισυπόστατα σαν τη διάθεσή μου. Η βαριά φωνή του διέκοψε τις σκέψεις μου:
Γ.: Μπορείτε να περάσετε κύριε Α.
Α.: (περιέργως με άνεση στα βήματα και στο κάθισμα στην πολυθρόνα): Καλησπέρα κύριε Γ.
Γ.: Πως ήταν η εβδομάδα που περάσατε; (μάλλον ερώτηση σπασίματος του πάγου και των εσωτερικών μου σκέψεων)
Α.: Θα την έλεγα καλή, στα πλαίσια της καθημερινότητας, ξέρετε, λίγο διάβασμα, κάποιες βόλτες, ένα σινεμά, τέτοια πράγματα
Γ.: Μάλιστα, από σκέψεις σχετικά με τη σημερινή σας επίσκεψη;
Α.: Αν σας έλεγα ότι δεν την σκεφτόμουν θα έλεγα ψέμματα και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καλό για τη συνέχεια, έτσι γιατρέ μου;
Γ.: Σαφώς κι όχι, πείτε μου αγαπητέ μου λοιπόν, τι πιστεύετε για το θάνατο; Θέλω να μου πείτε αρχικά αν τον σκέφτεστε ως τέλος ή ως νέα αρχή;
Α.: Αρχικά ως τέλος, τουλάχιστον υλικά. Σίγουρα για εμάς που μένουμε πίσω, αν και τελευταία και διαβάζοντας αρκετές Ανατολίτικου τύπου αναφορές όσον αφορά την ψυχή και τις μετενσαρκώσεις πιστεύω για τον ίδιο τον θανόντα μπορεί να είναι και καλύτερα τα πράγματα
Γ.: Έχετε βιώσει απώλεια κοντινού σας ανθρώπου ήδη σε πολύ μικρή ηλικία απ' ότι έχουμε ήδη πει, οι γονείς σας έχουν προσπαθήσει να σας κρατήσουν μακρυά από το θέμα αυτό ή το έχετε συζητήσει;
Α.: Χωρίς να είναι θέμα ταμπού γενικά, νιώθω ότι με προστατεύουν από το συγκεκριμένο, δεν με είχαν πάει μέχρι κάποια ηλικία σε κηδεία, ενώ σαν θέμα γενικά δεν έρχεται και τόσο στη συζήτηση
Γ.: Πείτε μου για την πρώτη φορά που πήγατε σε κηδεία, πως το εισπράξατε;
Α.: Ήμουν 14 ετών, 1η Γυμνασίου συγκεκριμένα, εγώ μαζί με άλλους 4-5 συμμαθητές επιλεχθήκαμε από τον Γυμνασιάρχη (ως τα καλά παιδιά της τάξης μας προφανώς) να παραστούμε ως αντιπροσωπεία στην κηδεία του παπά της ενορίας μας. Εμείς βέβαια το είδαμε ως μια χαρά πρόφαση για ημι-κοπάνα μετά αδείας. Οπότε με το που φτάσαμε στο μνήμα για επικήδειους κλπ δημιουργούμε πηγαδάκι κι αρχίζουμε αστεία, πειράγματα και γέλια. Ευτυχώς δεν μας πήραν χαμπάρι, αλλά νομίζω ότι από εκεί και πέρα άκουγα κηδεία κι έλεγα εντάξει, πάμε να γελάσουμε τώρα
Γ.: Το ότι δεν δεχτήκατε κάποια επίπληξη δε σημαίνει ότι πράξατε και το σωστό έτσι; επίσης δεν μπορώ να δεχτώ ότι το παραπάνω γεγονός σας σημάδεψε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βλέπετε την κάθε είδους απώλεια με αδιαφορία ή με γέλιο και χαρά
Α.: Δηλαδή; τι εννοείτε;
Γ.: Ότι παρότι ήταν η πρώτη άμεση επαφή με νεκρό και την τελετουργία ταφής του εσείς προτιμήσατε να διακωμωδήσετε το γεγονός παρά να σταθείτε και να το αντικρίσετε κατάματα, κάτι σαν εθελοτυφλία αν με καταλαβαίνετε
Α.: Ναι σας καταλαβαίνω, αλλά δεν καταλαβαίνω το γιατί να το κάνω αυτό
Γ.: Πείτε μου, όταν είστε μόνος, ας πούμε πριν κοιμηθείτε, κάνετε σκέψεις περί θανάτου, ας πούμε των γονιών σας;
Α.: Η αλήθεια είναι ότι ναι, έχω κάνει τέτοιες σκέψεις, για την ακρίβεια φτιάχνω σενάρια για το πως θα είναι η ζωή μου χωρίς αυτούς και τι πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω
Γ.: Θα θέλατε λοιπόν να μου μιλήσετε για αυτά τα σενάρια; έχει πολύ ενδιαφέρον να σας ακούσω να μιλάτε για αυτά
 

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

10. Προσπάθεια

Βγαίνοντας από το γραφείο του γιατρού νόμιζα ότι παραπατώ. Με φόβισε το κλείσιμο αυτής της συνεδρίας, τι εννοούσε ότι θα ματώσουμε πραγματικά; Αν θεωρούσε ότι το να ανοιχτώ τόσο στις δυο πρώτες συνεδρίες δεν ήταν τίποτα, μήπως δεν άξιζε τον κόπο να συνεχίσω; Από την άλλη δεν είχα ούτε τις εμπειρίες ούτε την δύναμη να μπορέσω να κάνω αυτοανάλυση τότε. Ο κολλητός φίλος σπούδαζε σε άλλη πόλη, με την οικογένεια δεν υπήρχε περίπτωση να συζητήσω τέτοια θέματα, οπότε δε μου έμεναν και πολλές επιλογές, ένιωθα ότι έπρεπε να ολοκληρώσω αυτό που είχα αρχίσει. Αν θεωρητικά είχαμε εξαντλήσει το θέμα μεταφυσικής και παρόμοιων φαινομένων θα περνούσαμε στα δυσκολότερα, το θέμα θανάτου, απώλειας γενικότερα και τις μη συνηθισμένες αντιδράσεις μου απέναντι σε τέτοια γεγονότα. Μα τι να πω και τι να εξηγήσω για αυτό; Μάλλον θα άκουγα περισσότερο και θα μίλαγα λιγότερο για το συγκεκριμένο, εκτός… εκτός κι αν οδηγούσε και πάλι τα πράγματα κάπου εντελώς διαφορετικά από αυτό που περίμενα.
Περπατούσα για περισσότερο από μία ώρα και συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει τη μισή απόσταση για το σπίτι με τα πόδια. Αποφάσισα να συνεχίσω έτσι, το απόγευμα ήταν γλυκό κι οι μυρωδιές της Άνοιξης από κάποιους κήπους (λεμονιές, πασχαλιές κι γλιτσίνιες) με έκαναν να αναθαρρήσω. Ανέκαθεν αυτή ήταν η αγαπημένη μου εποχή κι απαλλαγμένος από τις αλλεργίες που με κατέτρεχαν για αρκετά χρόνια μπορούσα να την απολαμβάνω όπως μου άρεσε. Λίγο η διάθεση που άρχισε να φτιάχνει, λίγο από πείσμα ότι έπρεπε επιτέλους να τελειώσω κάτι που άρχιζα (συνήθιζα γενικά να αφήνω μισοτελειωμένα αρκετά πράγματα) αποφάσισα να πάω κανονικά στην επόμενη επίσκεψη προετοιμασμένος για το δυσκολότερο. Δεν είχα να κρύψω κάτι, το ιατρικό απόρρητο με καθησύχαζε κι ήμουν σίγουρος ότι μετά από λίγο καιρό δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξαναέβλεπα, οπότε ακόμη κι αυτά που κρατούσα ίσως κρυφά από τον εαυτό μου θα παρέμεναν έτσι για τον κοινωνικό μου περίγυρο.
Βοηθώντας μια ηλικιωμένη κυρία να περάσει το φανάρι κι εισπράττοντας τις ευχές της, πήρα μια βαθιά ανάσα και την βεβαιότητα ότι η ζωή είναι πολύ όμορφη για να την καταδικάζω χωρίς να προλάβω να την ζήσω όπως πρέπει.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

9. 2η Επίσκεψη, λήξη

A.: Εντάξει, είναι λίγο περίεργο και δύσκολο συνάμα να το αναλύσω αυτό...
Γ.: Πάρτε τον χρόνο σας κι όταν αισθανθείτε άνετα μιλήστε μου
Α.: Δεν τον κοιτούσα, έβλεπα τα βιβλία πίσω του, την πένα που κρατούσε πάντα και σημείωνε κάποιες στιγμές, όμως μετά από λίγο προσπαθούσα μέσα από τα μάτια του να σκεφτώ τι περνούσε από το μυαλό του εκείνη τη στιγμή. Ήταν δύσκολο πολύ, σαν να είχε βάλει ένα τοίχο ανάμεσά μας, κάτι που θεωρούσα ότι έκανε ούτως ή άλλως, όμως αυτή τη φορά σα να καταλάβαινε το παιχνίδι μου και δεν ήθελε να γίνει πιόνι σε αυτό.
Άρχισα να λέω χωρίς σιγουριά: να, μερικές φορές σα να διαβάζω τη σκέψη του άλλου, για την ακρίβεια αυτού που έχω απέναντί μου, κάποιες στιγμές συμβαίνει ηθελημένα, άλλες ακούσια. Στην αρχή με φόβιζε, κατόπιν το είδα σαν παιχνίδι, αλλά όπως και να το κάνουμε δεν είναι πάντα ενδεδειγμένο. Ας πούμε στην περίπτωση που διακρίνω αρνητικότητα ή και ψέμα στη σκέψη του άλλου με χαλάει, όταν απλά βλέπω ένα προβληματισμό του σχετικά με κάποιο θέμα προσπαθώ να βοηθήσω... 
Γ.: Το έχετε δοκιμάσει κι ηθελημένα; ας πούμε έχετε πει ποτέ σε κάποιον σκέψου κάτι κι εγώ θα σου πω τι σκέφτεσαι;
Α.: Ναι, μου έχει συμβεί με τον αδελφό μου. Ήμασταν ξαπλωμένοι σε απέναντι κρεβάτια, τα φώτα σβηστά, ήξερε για τις ιδιαιτερότητές μου... Μου είπε γιατί το φοβάσαι; αφού σου συμβαίνει δεν μπορεί να είναι κακό, προσπάθησε να διαβάσεις τι σκέφτομαι... Έκλεισα τα μάτια μου κι άφησα τη σκέψη μου να κάνει βόλτες αδειάζοντας από ότι με προβλημάτιζε εκείνη τη στιγμή. Του είπα: άσε τζίφος, κάτι στάχυα βλέπω και μια γυναίκα που φορά μια ρόμπα και τα κρατά... Μου λέει: πλάκα κάνεις; είσαι ακριβώς μέσα στο μυαλό μου, με προβληματίζει το μέλλον στη δουλειά μου και το έμβλημα είναι το στάχυ κι η Δήμητρα...
Έκτοτε το έχω κάνει αρκετές φορές σε ανυποψίαστα "θύματα", που αρνούμαι να αποκαλύψω είτε σε κείνους είτε σε μένα. Από τη μια με φοβίζει η παραδοχή ότι μπορώ να διαβάζω τη σκέψη από την άλλη με ιντριγκάρει να ανακαλύπτω ότι έχω δίκιο χωρίς να το συζητώ.
Γ.: Εντάξει, η δύναμη του μυαλού όντως είναι ανεξερεύνητη ακόμη, μη νομίζετε, κι η δική μου επιστήμη αυτό προσπαθεί να εξηγήσει... Πείτε μου όμως, πέραν αυτού σας έχουν συμβεί κι άλλου είδους περιστατικά τα οποία θα καταχωρούσατε στα όρια του μεταφυσικού ή έστω του ανεξήγητου;
Α.: Ναι, θα έλεγα η αίσθηση της παρουσίας που συχνά νιώθω κοντά ή και δίπλα μου, οκ, τώρα θα με πάρετε για εντελώς αλλού έτσι;
Γ.: Κάθε άλλο, σας ακούω με μεγάλο ενδιαφέρον, εννοείτε άυλη παρουσία;
Α.: Περίπου, δε μιλώ για φαντάσματα, ούτε για μετακινήσεις αντικειμένων, αλλά για την αίσθηση ότι κάποιος που δεν βρίσκεται κοντά μου σωματικά, βρίσκεται με έναν άλλο τρόπο.
Γ.: Ναι, αλλά μιλάμε για νεκρούς ή ζωντανούς;
Α.: ... και οι δύο περιπτώσεις γιατρέ μου, κι οι δύο...
Γ.: Και που πιστεύετε ότι όλα αυτά μπορεί να επηρεάζουν την αντίθετη αντίδρασή σας με αυτό που είναι "κοινωνικά" αποδεκτό;
Α.: Δεν ξέρω, ούτε καν ξέρω πως οδηγήθηκε η κουβέντα εδώ, ήλπιζα ότι εσείς θα δίνατε τις απαντήσεις κι εγώ απλά θα έλεγα τα πράγματα που μου συμβαίνουν
Γ.: Εννοείται ότι θα σας οδηγήσω κάπου, αλλά πρέπει να βρείτε γιατί προκαλούνται αυτές οι αντιδράσεις από μέρους σας κι αν όλα αυτά που λέμε μεταξύ μας έχουν σχέση με αυτές σας τις αντιδράσεις, εν τέλει νιώθετε ξεχωριστός; ιδιαίτερος; σαν να μην ανήκετε σε αυτό το κοινωνικό σύνολο που σας περιβάλει;
Α.: Κάπως σαν να με λέτε "ψώνιο" μου ακούγεται αυτό; πάντως ναι, νιώθω αλήθεια ξεχωριστός, όχι ότι μου έχει ανατεθεί κάποια ειδική αποστολή, αλλά πιστεύω πως ξεχωρίζω και σαν σκέψη και σαν οντότητα, είναι κακό αυτό;
Γ.: Κακό ή καλό δεν είμαι σε θέση να το χαρακτηρίσω, από τη στιγμή που θέτετε εαυτό σε ένα κάποιο επίπεδο δεν έχω την πρόθεση να σας αποκαθηλώσω από εκεί, αυτό που θέλω να κάνω είναι να μπορέσετε να ανοιχτείτε πραγματικά, όλα μου τα λέτε περίπου, δεν ανοίγεστε πλήρως, σα να κρατάτε για τον εαυτό σας το τελικό αποτέλεσμα ή αν θέλετε τη διάγνωσή μου, μήπως αλήθεια προσπαθείτε να διαβάσετε και τη σκέψη μου;
Α.: (χωρίς να αφήσω να φανεί η αρχική μου έκπληξη) προς θεού, γιατί να το κάνω αυτό; να βοηθηθώ ήρθα δεν ήρθα για επιβεβαίωση...
Γ.: Σας περιμένω οπότε την επόμενη εβδομάδα ίδια ώρα, μέχρι τότε σκεφτείτε αυτά που είπαμε κι ετοιμαστείτε να με ακούσετε περισσότερο και να μιλήσετε λιγότερο...
Α.: Πετάχτηκα σαν ελατήριο και χαιρετώντας με σχεδόν γυρισμένη την πλάτη ακούω να λέει
Γ.: Α, κι ετοιμαστείτε να ματώσουμε πραγματικά την επόμενη φορά, όσο κι αν σας προκαλεί απέχθεια το αίμα, θα πρέπει να φτάσουμε μέχρι εκεί, δεν έχετε και πολύ καιρό εξάλλου να ασχοληθείτε μαζί μου, έτσι δεν είναι;
 ≈

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

8. 2η Επίσκεψη, συνέχεια

-Α: Η ιστορία λοιπόν έχει ως εξής: περίπου 3 και κάτι ήμουν, σε μονοήμερη εκδρομή στην Αίγινα, δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από την περιήγηση και το ίδιο το νησί, αλλά αυτή η σκηνή μου έχει μείνει ανεξίτηλη. Στο λιμάνι του νησιού περπατάμε οικογενειακώς, εγώ κοντοστέκομαι σε πλανόδιο γέροντα που πουλούσε εικόνες του Αγίου Νεκταρίου, οι δικοί μου κάτι άλλο χάζευαν λίγα μέτρα πιο κάτω, θυμάμαι ακόμη το βλέμμα και την μορφή του, μου χαμογελάει και μου δίνει μια μικρή εικόνα του Αγίου σε ξύλο και ασήμι, του λέω (πάντα ετοιμόλογος ομολογώ): δεν έχω χρήματα εγώ, να ζητήσω από τους γονείς μου, κρατώντας την εικόνα πήγα προς τους δικούς μου, τους δείχνω την εικόνα και λέω ότι θέλω τόσες δραχμές για να την αγοράσω, με πιάνουν από το χέρι και κατευθυνόμαστε εκεί που ήταν ο πάγκος του γέροντα...
-Γ: το παράδοξο που είναι;
-Α: όταν έφτασα με τους δικούς μου στο σημείο που ήταν στημένος ο πάγκος δεν υπήρχε τίποτα... ούτε πάγκος ούτε γέροντας...
-Γ: το θεωρείτε ένα είδος θαύματος, ένα σημάδι ίσως; πιστεύετε γενικά;
-Α: Γενικά πιστεύω, ίσως αιρετικά, ας πούμε δεν παραδέχομαι όλα τα μυστήρια ή τις γραφές, αλλά ναι, πιστεύω, όσο αν το θεωρώ θαύμα όχι, απλά ανεξήγητο... δεν μπορώ να το κατατάξω, και φανταστείτε ότι γενικά είμαι άνθρωπος της λογικής
-Γ: Παράλογο δεν θα σας αποκαλούσα για κανένα λόγο πάντως, μήπως όμως τα πράγματα έγιναν κάπως αλλιώς και σας εντυπώθηκε για κάποιο λόγο το περιστατικό με αυτό τον τρόπο; το έχετε συζητήσει έκτοτε με τους δικούς σας ή με άλλον;
-Α: Όχι ποτέ, θεωρούσα ότι θα με έβρισκαν τρελό ή φαντασιόπληκτο στην καλύτερη, για μένα όμως είναι γεγονός
-Γ: Ωραία, έχουμε λοιπόν στην πρώιμη ηλικία σας: ένα θάνατο, ένα - αν όχι θαύμα - μεταφυσικό φαινόμενο κι ένα σοβαρό ατύχημα. Πόσο θεωρείτε ότι αυτά τα γεγονότα στιγμάτισαν την μετέπειτα ζωή σας;
-Α: με τη σειρά που με ρωτάτε θα μπορούσα να πω: ο θάνατος από τότε αν κι επώδυνος ως γεγονός μου φαίνεται κάτι φυσικό, το μεταφυσικό πάλι μου έχει περάσει ως αίσθηση και κάθε τόσο επαναλαμβάνεται πιστεύω χωρίς να το επιδιώκω, όσο για το ατύχημα περισσότερο μου άφησε το πρόβλημα της θέας του αίματος και της απέχθειάς μου για αυτό.
-Γ.: Σίγουρα θα εμβαθύνουμε σε όλα τα παραπάνω, αλλά προτείνω να ξεκινήσουμε με αυτό που θεωρείτε αρχικά ότι σας συμβαίνει συχνότερα - και μάλιστα χωρίς να το επιδιώκετε, περί μεταφυσικού λοιπόν η ερώτησή μου, πως το βιώνετε ας πούμε και πως αντιδράτε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο;

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

7. Απόφαση - 2η Επίσκεψη

Έφαγα βιαστικά χωρίς διάθεση για κουβέντες πολλές. Η μάνα πάλι βλέποντας τη διάθεση δεν έδωσε και πολύ σημασία έχοντας συνηθίσει σε τέτοια συμπεριφορά από μένα τον τελευταίο καιρό. Μια η αποτυχία μου να περάσω στις Πανελλαδικές κι η εκ νέου προσπάθειά μου, μια η ύστερη εφηβική μου επαναστατικότητα αν μη τι άλλο μου έδιναν το άλλοθι της ησυχίας και αποκλεισμού από τα γύρω. 
Εγώ πάλι το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τι θα πω στην επόμενη συνεδρία. Τι θα με ρωτούσε, τι θα απαντούσα, φανταστικά σενάρια που μόνο μπροστά δεν με πήγαιναν.
Σα νεράκι πέρασε πάντως αυτή η βδομάδα, οι κολλητοί φίλοι είχαν ήδη περάσει σε κάποια σχολή κυρίως της επαρχίας, γκομενικά δεν έπαιζε και κάτι σοβαρό, οπότε με λίγο διάβασμα, λίγη μουσική, σκόρπια σινεμά και πολλές σκέψεις έφτασα και πάλι στο κατώφλι του γραφείου του.
-Γ.: Καλώς ήρθατε κύριε Α., πως είστε;
-Α: καλά γιατρέ, ήρεμα.
-Γ: Πολύ ωραία, ας αρχίσουμε, σκεφτήκατε μήπως αυτή τη βδομάδα το ενδεχόμενο να μην ξανάρθετε;
-Α: η αλήθεια είναι ότι το σκέφτηκα αρκετές φορές, από την άλλη δε μ' αρέσει να τα παρατάω έτσι εύκολα, είναι πολύ νωρίς να βγάζω συμπεράσματα και να βγάζω τέτοιες αποφάσεις, δε βρίσκετε;
-Γ.: Σαφώς έτσι είναι, η άρνηση όμως είναι πολύ σύνηθες στο επάγγελμά μου, δεν θα σας παρεξηγούσα αν νιώθατε άσχημα ήδη από την πρώτη φορά
-Α.: χμμμ, μάλλον θα πρέπει να με κάνει να ανησυχώ αυτό που είπατε, τα χειρότερα έρχονται δηλαδή;
-Γ.: Τουναντίον, τα καλύτερα έρχονται, ας μην μακρηγορούμε όμως, πείτε μου τι σκέφτεστε για το θάνατο, για την απώλεια, έχετε νιώσει ποτέ από κοντά τη ζωή που φεύγει;
-Α.: μέχρι τώρα και εκτός του γεγονότος που σας περιέγραψα με τον αδελφό μου, που τελικά είχε ευτυχή κατάληξη, το μόνο πολύ κοντινό περιστατικό θανάτου ήταν με τον παππού μου, τον πατέρα του πατέρα μου...
-Γ.: Σας ακούω
-Α.: Πολύ μικρότερος από την προηγούμενη αφήγηση, περίπου 2 και κάτι, ήμασταν οι δύο μας κάτω από τη μυγδαλιά, προφανώς έλεγε τα δικά του παραμύθια, κάτι μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, λίγο τον άκουγα λίγο έπαιζα, όπως και να είχε σου ήταν αδύνατον να περνά απαρατήρητος, είχε κάτι μοναδικό σαν άνθρωπος, σε κάποια στιγμή ψελλίζει: φώναξε τη γιαγιά να μου φέρει το οινόπνευμα, γύρισα και τον κοίταξα, η γνωστή λάμψη στα μάτια του σαν να είχε χαθεί, έτρεξα όσο γρηγορότερα μπορούσα, την τράβηξα από τη φούστα επαναλαμβάνοντας: το οινόπνευμα, ο παππούς, δεν είναι καλά, γρήγορα, η θεία κι τα μεγαλύτερα ξαδέλφια με κράτησαν πίσω, δεν τον ξαναείδα, ποτέ όμως, μου έμεινε εκείνη η φωτεινή και σκοτεινή ταυτόχρονα ανάμνηση, σε ένα χειμωνιάτικο δυνατό ήλιο κάτω από την αγαπημένη μου μέχρι και τώρα μυγδαλιά, να επαναφέρω όσες περισσότερες στιγμές μπορώ και να πλάθω δικές μου ιστορίες. Ο παππούς ήδη αδύναμος από της κακουχίες του παρελθόντος δεν άντεξε. Εννοείται δεν βρέθηκα στην κηδεία, ίσως καλύτερα, θα τον θυμάμαι για πάντα ζωντανό. Δεν μου αρέσει η όψη των πεθαμένων, αυτό το μακιγιάζ που τους κάνουν για να δείχνουν περίπου ζωντανοί, πολύ ξένο, πολύ ψεύτικο...
-Γ.: Μάλιστα, μια μάλλον απόμακρη και ταυτόχρονα κοντινή σχέση με το θάνατο λοιπόν, και σίγουρα σε μια τρυφερή και δύσκολη περίοδο της ζωής σας στη διαχείριση ενός τέτοιου γεγονότος, φαντάζομαι όλη η παραπάνω σκηνή περισσότερο από αφηγήσεις σας έχει μείνει παρά από προσωπική σας απεικόνιση
-Α.: κάθε άλλο, σχεδόν ποτέ δεν γινόταν αναφορά για το συγκεκριμένο γεγονός, είναι κάτι που έχω κρατήσει για μένα, αν θέλετε η πιο δυνατή ανάμνηση που είχα από τον παππού μου, και σίγουρα η πρώτη μου πραγματική δυνατή εικόνα που έχω συγκρατήσει από τα παιδικά μου χρόνια. Πολλά άλλα που μου περιγράφουν οι δικοί μου, είτε περιστατικά είτε σκανταλιές κι αστεία, δεν τα θυμάμαι καθόλου, πέρασαν ως αφηγήσεις και τα μετέτρεψα σε εικόνες, μα αυτή ήταν πραγματική εικόνα κι εμπειρία που έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα
-Γ.: Καλώς, αν δεν έχετε αντίρρηση πείτε μου αν θυμάστε κάποιο άλλο αξιοσημείωτο γεγονός της ζωής σας μεταξύ θανάτου του παππού κι ατυχήματος του αδελφού σας
-Α.: Υπάρχει κάτι, είναι όμως τόσο περίεργο ως γεγονός που πολλές φορές δεν ξέρω αν μπορώ να το εκμυστηρευτώ χωρίς να με περάσουν για εντελώς τρελό...
-Γ.: Έχετε ήδη κεντρίσει το ενδιαφέρον μου...

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

6. Σκέψεις

Ανάμικτα συναισθήματα με κατέκλυζαν με το που έφυγα από το γραφείο του γιατρού. Από τη  μια ξαλαφρωμένος που είχα βγάλει κάποια πράγματα τα οποία μέχρι τότε συζητούσα μόνο με τον εαυτό μου, από την άλλη η αίσθηση του ανικανοποίητου. Το ήξερα ότι μάλλον βιαζόμουν να πάρω απαντήσεις από το πρώτο ραντεβού, αλλά σε αυτή την ηλικία όπως και να το κάνεις όταν θέλεις κάτι, το θέλεις άμεσα.
Παρατήρησα εκ των υστέρων ότι περπατώντας δεν κοιτούσα σε ευθεία με τα μάτια όπως έκανα συνήθως, αλλά είτε κάτω είτε πιο πάνω, όχι ενδιάμεσα πάντως. Παρότι δεν είχα σαφή εξήγηση για το γεγονός και μόνο που το σκεφτόμουν άρχισε να σημαίνει κάτι για μένα. Ένα είδος ενδοσκόπησης που κάποτε έκανα ασυνείδητα άρχισε να περνά στο συνειδητό. Ξεκίνησα να προσέχω διαφορετικά όλες τις κινήσεις που έκανα: από τον τρόπο που περπατούσα, πως κινούσα τα χέρια, τι παρατηρούσα και πότε κι όλα αυτά σε πλήρη εναρμόνιση με το περιβάλλον. Σίγουρα είχε παίξει ρόλο κι η συζήτηση που είχα πριν λίγες ημέρες με την μετέπειτα κουμπάρα και τότε πολύ φίλη την Τ. Είχε μόλις γυρίσει από Αγγλία που σπούδαζε και μου περιέγραφε κάποια αντίστοιχη εμπειρία με ένα συμφοιτητή της από τον Άγιο Μαυρίκιο ο οποίος την προέτρεπε να βιώνει την κάθε στιγμή και την κάθε της αντίδραση, κίνηση, νεύμα, μορφασμό κι ότι μπορεί να φανταστεί κανείς σε πλήρη συνείδηση, για παράδειγμα: χασμουριέμαι, δηλαδή είτε μου λείπει οξυγόνο είτε νυστάζω πολύ ή μόλις ξύπνησα, που σημαίνει ότι ανοίγω το στόμα διάπλατα, οι μύες του προσώπου τραβιούνται προς τα πίσω, πιθανόν να συνοδεύεται από αντίστοιχο τέντωμα των χεριών προς τα πάνω και πίσω ενώ τα αυτιά ουσιαστικά χάνουν την απόλυτη επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Το είχα ακούσει ως αστείο αρχικά, μετά προσπαθώντας να το βιώσω το βρήκα από κουραστικό έως αδύνατο, όπως και να είχε πέρασε στο πίσω μέρος του μυαλού και να που βρήκε τη στιγμή να περάσει ως πράξη στη ζωή μου.
Οι σκέψεις μου όμως από την πρώτη επίσκεψη ήταν πραγματικά ένα κουβάρι. Πως θα ήταν δυνατό να αφεθώ και να βοηθηθώ από ένα άνθρωπο, έστω επαγγελματία, χωρίς να πληγωθώ εκ νέου; Δεν θα ήταν εύκολο είτε να ανασύρω μνήμες και να θυμηθώ γεγονότα που με τραυμάτισαν και με σημάδεψαν είτε να φτάσω σε σημείο να παραδεχτώ πράγματα που ούτε που φανταζόμουν ότι μου συμβαίνουν. Ήξερα καλά πως μια μεγάλη σύγκρουση φαινόταν να έρχεται κι έπρεπε να φανώ έτοιμος να την αντιμετωπίσω. Τα όπλα μου λίγα, κάποια βιβλία, λίγες αφηγήσεις παρόμοιων συναντήσεων πολύ κοντινών μου προσώπων και φυσικά οι ταινίες του Άλλεν αλλά και του Μπέργκμαν και Ταρκόφκσι.
Ο δρόμος μου για το σπίτι κι η συνάντηση με τους γονείς μου φάνηκε μια μικρή Οδύσσεια... Ατελείωτος και λυτρωτικός μαζί, ανακαλύπτοντας μέσα από επίπονες προσπάθειες και βηματισμούς: τώρα φέρνω το αριστερό πόδι μπροστά, τώρα το δεξί, γυρίζω το κεφάλι δεξιά, στέκομαι και περιμένω το φανάρι να περάσω απέναντι, τα μάτια μου χάνονται στον ορίζοντα και τον ήλιο που δύει, τα αυτοκίνητα περνούν, δεν γίνεται να μην σκέφτομαι τη σκηνή που το αυτοκίνητο σέρνει τον αδελφό μου, δεν είναι τυχαίο που ποτέ μου δεν πήρα δίπλωμα - δεν έμαθα να οδηγώ - αλλά και δεν έχω την αίσθηση του κινδύνου ακόμη και στις πιο ακραίες περιπτώσεις όταν βρίσκομαι συνοδηγός: απλά με έχει παγώσει το θέμα του αυτοκινήτου κι ότι αυτό συνεπάγεται στον βαθμό του αδιάφορου βλέμματος κι όψης που είχα όταν συνέβη το ατύχημα...
Έστριψα το κλειδί προς τα δεξιά κι άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα παπούτσια μου στο πατάκι της εξώπορτας.
- Καλησπέρα, ψέλλισα,
- καλώς τον, απάντησε η μητέρα με χαμόγελο, πεινάς; έχει γεμιστά που σ' αρέσουν...

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

5. Πρώτη επίσκεψη, λήξη

...Ο αδελφός μου με άφησε από το χέρι και προσπάθησε να περάσει απέναντι. Δεν υπολόγισε την ταχύτητα του αμαξιού που ερχόταν. Εγώ δεν ξέρω γιατί δεν τον ακολούθησα. Το αμάξι κι ο αδελφός μου χάθηκαν από το οπτικό μου πεδίο. Όλος ο δρόμος βάφτηκε κόκκινος. Η μάνα μου που παρακολουθούσε από το παράθυρο έβγαλε μια κραυγή. Το ίδιο κι η θεία μου με την ξαδέλφη μου που έστριψαν εκείνη την ώρα από τη γωνία. Η γιαγιά μου πετάχτηκε από απέναντι έντρομη. Κι εγώ στεκόμουν εκεί, ακίνητος σαν άγαλμα. Ούτε φωνή, ούτε κλάμα, καμιά αντίδραση. Μου φάνηκε ατελείωτη η διαδρομή. Το αυτοκίνητο που είχε πάρει από κάτω τον αδελφό μου σταμάτησε τελικά μετά από σχεδόν 200 μέτρα... Λίγο πριν φτάσει στις γραμμές του τραίνου. Όλος ο δρόμος κόκκινος, κι εγώ άσπρος. Έκτοτε και μόνο η θέα του αίματος μου προκαλούσε μια λιποθυμία, μια απέχθεια, δεν ξέρω πως να το εκφράσω. Όμως η έκφραση του συναισθήματος έλλειπε. Δεν το έβγαλα με τίποτα. Όχι μόνο στη συγκεκριμένη στιγμή αλλά κι αργότερα. Στο νοσοκομείο που για μήνες περιμέναμε το θαύμα. 
Αργότερα που το θαύμα έγινε κι επέστρεψε στο σπίτι ο αδελφός, μπορεί τίποτα να μην ήταν όπως πριν, αλλά ήταν ζωντανός. Μπορεί να μας έβλεπε σαν αρκούδες κι άλλα ζώα, αλλά απ' ότι μας έλεγαν θα το ξεπερνούσε. Κι εγώ; Αρχικά με ανέλαβε η γιαγιά (εννοείται η μάνα μου περνούσε μερόνυχτα στο νοσοκομείο), έπρεπε να φανώ δυνατός και αυτάρκης από μικρός, μάθημα ζωής σε τρυφερή ηλικία. Δε με πείραζε που από τα πρωτεία του δευτερότοκου περνούσα σε ρόλο κομπάρσου, ούτε που σκέφτηκα ότι δεν έβγαζα την στεναχώρια μου γιατί θα προσέθετα απλώς σε αυτή των δικών μου. Πόσο μάλλον που άρχισα να εμφανίζω κόντρα αισθήματα στην εξωτερική αντίδραση σε σχέση με αυτά που αισθανόμουν. 
-Γ: Αν καταλαβαίνω, πέραν των άλλων σας ενόχλησε κι η "απώλεια" ενδιαφέροντος από τους γονείς σας; Δηλαδή, σίγουρα έχοντας να αντιμετωπίσουν ένα τόσο μεγάλο θέμα, σας θεώρησαν αυτάρκη ή χειρότερα δευτερεύουσας σημασίας ίσως;
-Α: Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί έτσι μέχρι να το αναφέρετε. Αλλά ναι, μάλλον κάπως έτσι είχαν τα πράγματα. Έπρεπε να φανώ δυνατός κι αυτόνομος από τα πέντε μου. Είχε τα καλά του, αλλά μάλλον περισσότερα ήταν τα κακά στη συγκεκριμένη περίπτωση...
-Γ: Προσδιορίστε παρακαλώ τα άσχημα
-Α: Ας πούμε την έλλειψη της παιδικής ηλικίας. Τα βάρη που επωμίστηκα ξαφνικά με έβαλαν στα βαθιά από νωρίς. Δε με θυμάμαι να παίζω ανέμελα. Ακόμη και στο σχολείο εκείνη την περίοδο το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η ανάκαμψη του αδελφού μου και πως να είμαι επιμελής ώστε να μην φέρω κι άλλα εμπόδια στους δικούς μου. Έπρεπε και να δείχνω και να είμαι αυτάρκης. Εκ των υστέρων μου βγήκε σε καλό, αλλά τότε...
-Γ: Αισθανθήκατε παραμελημένος κάπως; Για να επιδείξετε τέτοια δυναμική σε τόσο μικρή ηλικία κάποια παράλληλα γεγονότα πρέπει να έπαιξαν το ρόλο τους.
-Α: Δεν είμαι σίγουρος αν οφείλεται στις αφηγήσεις της γιαγιάς (και δεύτερης μάνας) που ξεριζώθηκε στα 14 από τη Μικρά Ασία κι ήρθε πρόσφυγας με ένα μπόγο ρούχα σε μια άγνωστη νέα πατρίδα ή από την ίδια την αυτοσυντήρηση, αλλά γεγονός είναι ότι βλέποντας τώρα πως αντέδρασα απορώ κι εγώ.
-Γ: Ας περάσουμε όμως στην ουσία, η έλλειψη εξωτερικής έκφρασης κι αντίδρασης σε σχέση με αυτά που αισθανόσασταν συνέχισε για μεγάλο διάστημα;
-Α: Τι μεγάλο γιατρέ μου; μέχρι τώρα το ίδιο γίνεται...
-Γ: Θα μου περιγράψετε τότε το επόμενο σημαντικό γεγονός που θυμάστε στην επόμενη συνεδρία μας, προς στιγμήν ο χρόνος σας τελείωσε.
Ένοιωσα ταυτόχρονα λυτρωμένος κι ανικανοποίητος, μου φάνηκε πολύ σύντομη αυτή η πρώτη φορά. Δηλαδή τι κέρδισα τώρα; σκέφτηκα, αυτά τα αναπαράγω και μόνος κάθε τόσο, τι λύση μου έδωσε; Από την άλλη δεν ήξερα αν μπορούσα να εκτεθώ κι άλλο εκείνη τη στιγμή. Ας είναι, θα δώσω μια δεύτερη ευκαιρία και σ' αυτόν και στον εαυτό μου. Τον ευχαρίστησα κι αποχώρησα.
-Γ: Την επόμενη εβδομάδα ίδια ώρα και μέρα, έτσι;
-Α: Ναι γιατρέ, θα είμαι εδώ

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

4. Πρώτη επίσκεψη, συνέχεια

Το πρόσωπό μου άρχισε να ηρεμεί και να επανέρχεται σε ανέκφραστη κατάσταση μετά τα γέλια της εισαγωγικής μας συζήτησης. Κατάλαβα ότι μου άφησε μερικές στιγμές πριν αρχίσει να με ρωτάει και πάλι:
-Γ: Πείτε μου λοιπόν αν θέλετε, ποιος θεωρείτε ότι είναι ο λόγος που σας φέρνει εδώ;
-Α: Νομίζω γιατρέ ότι ο κύριος λόγος είναι ότι δεν εξωτερικεύω σωστά τα συναισθήματά μου, ότι αυτό που "βγάζω" προς τα έξω έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτό που νιώθω
 -Γ: Η αλήθεια είναι ότι θέτετε πολλά ζητήματα με μιας, όχι ότι αυτό είναι αθέμιτο, τουναντίον. Αλλά ας ξεκινήσουμε με τη σειρά: περιγράψτε μου τι θεωρείτε αντίθεση στην έκφραση σε σχέση με αυτό που νιώθετε
-Α: Ας πούμε μέσα μου πονάω κι αντί να το βγάλω με κλάμα μου βγαίνει αν όχι με γέλιο με χαμόγελο...
-Γ: Μάλιστα, να φανταστώ μιλάτε πάντα για συναισθηματικό πόνο, ας πούμε για μια απώλεια, είτε ανθρώπου είτε πράγματος, κι όχι για φυσικό όπως ένα χτύπημα
-Α: Σωστά, μα νόμιζα ότι το έκανα σαφές αρχικά
-Γ: Ξέρετε, καμιά φορά τα λόγια δεν δίνουν με ακρίβεια αυτό που θέλουμε να πούμε, το να είμαστε ξεκάθαροι από την αρχή και να αποκλείουμε πράγματα είναι σημαντικό για αυτό που κάνω, για αυτό που κάνουμε καλύτερα
-Α: Έχετε δίκιο, αλλά ας πούμε αν πονούσα από ένα χτύπημα ή άλλο φυσικό αίτιο και χαμογελούσα μάλλον θα ήμουν για εγκλεισμό γιατρέ μου, έτσι δεν είναι;
-Γ: (μπορεί και μειδιώντας) και πάλι όμως δεν θα είχατε πλήρη επίγνωση για αυτό που σας συμβαίνει και θα ήμουν εγώ ο αρμόδιος για να αποφασίσω κάτι τέτοιο, συνεχίστε όμως, από πότε αρχίσατε να το παρατηρείτε να σας συμβαίνει;
-Α: δεν είμαι σίγουρος, μάλλον αρκετά χρόνια πίσω πρέπει να πάω, τελικά αυτό με την αναδρομή στην παιδική ηλικία δεν είναι μόνο των ταινιών και των βιβλίων λοιπόν...
-Γ: Πιστεύω πως είναι αναγκαίο στην περίπτωσή σας, σας ακούω
-Α: Όσο κι αν προσπαθώ να το αποβάλλω για πολλούς λόγους, η πρώτη πολύ δυνατή μνήμη που έχω με ανάλογο συμβάν είναι γύρω στα πέντε μου. Ο αδελφός μου τότε ήταν εννιά. Μέναμε σε μια μονοκατοικία στον Περισσό κι απέναντι έμεναν η γιαγιά κι ο παππούς. Οι περισσότεροι συγγενείς - θείοι και πρώτα ξαδέλφια - έμεναν επίσης στη γειτονιά. Ήταν απόγευμα, μετά το μεσημεριανό φαγητό και την ανάλογη ξεκούραση, Άνοιξη αν θυμάμαι καλά, περίπου όπως τώρα. Με τον αδελφό μου να με κρατά από το χέρι στεκόμασταν στην άκρη του πεζοδρομίου, από την ανηφόρα φαινόταν να έρχεται ένα αυτοκίνητο...

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

3. Πρώτη επίσκεψη

Πέρασα στο γραφείο του Γ. με τέτοια αποφασιστικότητα που κι εμένα εκ των υστέρων εξέπληξε. Όμως πάντα έτσι αντιδρούσα, ήταν μέχρι να γίνει η αρχή, μετά ποιος με έπιανε. Περίμενα με ευγένεια μέχρι να μου υποδείξει το σημείο που θα καθίσω, μου έδειξε με το χέρι μια πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο του, μια δερμάτινη κι όμως λιτή κατά τ' άλλα πολυθρόνα γυρισμένη περίπου 3/4 προς το μέρος του. Κάθισα λίγο διστακτικά προσπαθώντας να βρω μια βολική στάση κυρίως για τα πόδια μου. Ανέκαθεν κι εγώ κι άλλοι διασκέδαζαν με τον τρόπο που έβαζα τα πόδια μου όταν καθόμουν, διάβαζα, κι άλλες δραστηριότητες, άλλοτε τα μπέρδευα σε διπλό σταυροπόδι, άλλοτε έβγαζα το παπούτσι, τη σαγιονάρα ή ότι φορούσα και το έπαιζα με τα ακροδάχτυλα, κι ότι μπορεί να φανταστείτε. Αυτή τη φορά ο τρόπος καθίσματος θύμιζε άγαλμα Φαραώ, εντελώς όρθια η πλάτη και τα χέρια να ακουμπούν όλο τον κορμό και να καταλήγουν στους μηρούς με ανοιχτές τις παλάμες. Δεν γνώριζα τότε ότι πρόκειται για στάση αυτοσυγκέντρωσης και περισυλλογής, ήρθε εντελώς αυθόρμητα, κάποιοι θα την έβλεπαν και σαν μαζεμένη και με δόση συστολής, αλλά όχι αυτός. Την κουβέντα μάλιστα άρχισε με αυτό ακριβώς το θέμα:
- Γ: Βλέπω, ότι κάθεστε σε μια άνετη προς εσάς στάση, θέλετε να ξεκινήσουμε;
- Α: Ναι καλό θα ήταν - κατόρθωσα να ψιθυρίσω, ενώ η καρδιά μου δεν είχε ακόμη επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
- Γ: Πείτε μου αν θέλετε πως κι αποφασίσατε να έρθετε εδώ, το συζητήσατε αρχικά με τους δικούς σας ή με κάποιον φίλο / συγγενή ίσως; (εδώ εντελώς στιγμιαία σκέφτηκα: ωχ, του το έχει εκμυστηρευτεί ο άντρας της ξαδέλφης μου;)
-Α: Όχι με κανέναν δε το συζήτησα, η απόφαση ήταν εντελώς προσωπική και το μόνο που ζήτησα ήταν από ένα "κοινό μας γνωστό" μια συμβουλή για το πόσο καλός είστε κι αν μπορώ να δω αποτελέσματα σε θεραπεία μαζί σας
-Γ: Μάλιστα, να υποθέσω ότι είστε ενήλικος και δεν χρειάζεται η συναίνεση των γονέων;
-Α: Σωστά, για την ακρίβεια έχω ψηφίσει κιόλας
-Γ: (για να σπάσει περισσότερο τον πάγο) Ελπίζω το θέμα μας να μην είναι η μεταμέλεια της ψήφου σας
-Α: (χαμογελώντας), όχι βέβαια, αν και μικρός θεωρώ ότι έχω ήδη μορφώσει γνώμη για την πολιτική μου προτίμηση, έχω περάσει κι από κόμματα κι από νεολαίες, οπότε αλλού μάλλον είναι το θέμα
-Γ: Σας ακούω λοιπόν

-Α: (ξεφυσώντας) πως θέλετε να αρχίσω; από την παιδική μου ηλικία;
-Γ: (χαμογελώντας) Αγαπητέ μου, ή έχετε διαβάσει Φρόυντ ή έχετε δει πολλές ταινίες του Γούντυ Άλλεν
-Α: (γελώντας κι εντελώς λυμένος πλέον) Κι από τα δύο γιατρέ μου, κι από τα δύο

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

2. Αναζήτηση

Είχα ακούσει από τον άντρα της ξαδέλφης μου για ένα ψυχοθεραπευτή (ακόμη δεν μπορούσα να διακρίνω τη διαφορά μεταξύ ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή) ο οποίος ήταν πολύ καλός και τον είχε βοηθήσει αρκετά να ξεπεράσει διάφορα θέματα που τον απασχολούσαν. Μου ήταν ούτως ή άλλως πολύ δύσκολο να ψάξω από μόνος για να βρω τον κατάλληλο και παρότι με ομοιοπαθητικό είχα ξεπεράσει τις εφηβικές μου αλλεργίες, αρχικά ήθελα να δοκιμάσω την γνωστή οδό πριν περάσω σε εναλλακτικές μεθόδους. Ευτυχώς κάποια χρήματα που είχα αποκτήσει το προηγούμενο καλοκαίρι βάφοντας  σπίτια πλουσίων γειτόνων στο χωριό που ήταν το εξοχικό, μου έδιναν τη δυνατότητα να ξεκινήσω το εγχείρημα μου χωρίς να δώσω αφορμές στους δικούς μου. Όπως και να το κάνεις στα δεκαεννιά δεν μου ήταν εύκολο να το συζητήσω με τους γονείς μου αυτό. Ένιωθα ότι θα το περνούσα και τελικά ξεπερνούσα μόνος.
Έτσι αφού πρώτα έκλεισα ένα τηλεφωνικό ραντεβού, ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι ξεκίνησα να πάω στο γραφείο του Γ. κάπου στα Βόρεια Προάστια. Ένας κόμπος είχε δεθεί στο στομάχι , μου θύμιζε τον αντίστοιχο όταν έδινα πανελλαδικές εξετάσεις, άγχος μαζί με προσμονή μέχρι να μου δοθούν τα θέματα των εξετάσεων. Χτύπησα το κουδούνι του και μετά από μερικά δευτερόλεπτα (που μου φάνηκαν αιώνες) άνοιξε η πόρτα και βρέθηκα στον χώρο αναμονής. Είχα πάει 10 λεπτά νωρίτερα οπότε κάθισα σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και περίμενα να με καλέσει. Η πόρτα του ήταν μισάνοιχτη και προσπαθούσα να διακρίνω κάτι από το χώρο. Το μόνο που έβλεπα ήταν μια σκούρα βιβλιοθήκη γεμάτη τόμους και βιβλία ενώ άκουγα στο βάθος μια πολύ μπάσα αλλά ταυτόχρονα και ήρεμη συμβουλευτική φωνή. Ο κόμπος από το στομάχι είχε περάσει στο διάφραγμα, σκέφτηκα προς στιγμή να φύγω, αλλά ούτε αυτό δεν είχα κουράγιο να κάνω, τα πόδια μου είχαν κολλήσει στο πάτωμα, τέτοια "γείωση" δεν μου είχε ξανατύχει. Η φωνή δεν ακουγόταν πια, κοίταξα το ρολόι μου (φορούσα ακόμη τότε, αρκετά χρόνια αργότερα την έκοψα εντελώς αυτή τη συνήθεια), σε 3 λεπτά κανονικά θα αρχίζαμε... Τον είδα να στέκεται στην βαριά δίφυλλη πόρτα, μου φάνηκε τεράστιος κι εγώ ένιωθα νάνος μπροστά του, μου είπε με την βαριά σταθερή φωνή του: παρότι λίγο νωρίτερα από το προβλεπόμενο, μπορείτε να περάσετε κύριε Α.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

1. Παραδοχή

Χαμογέλασα αλλά μου βγήκε σαν μορφασμός πόνου στο πρόσωπο. Όσο κι αν εσωτερικά το διασκέδαζα εξωτερικά δεν μπορούσε να φανεί. Αυτή η διαφορά του μέσα με το έξω, του συναισθήματος με την αίσθηση, είχε αρχίσει να γίνεται δεύτερη φύση μου απ' ότι φαινόταν κι ήταν μόνο λίγες φευγαλέες στιγμές που μπορούσα να το βιώσω, να γίνει αντιληπτή ως συμπεριφορά. Δεν με ενοχλούσε πλέον, σαν όλες τις συνήθειες προσπαθούσα να το λανσάρω και στο υποσυνείδητο ώστε να μην είναι τόσο έντονη η κόντρα για μένα.
Βέβαια λόγω αυτής της αναποδιάς ο άλλος απέναντί μου δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς νιώθω, το να δείχνεις ότι πονάς ακούγοντας ένα ανέκδοτο ή να γελάς βλέποντας ένα τραγικό ή άσχημο γεγονός με έβγαζε ημίτρελο (μη σου πω θεότρελο) στα μάτια του. Στην κηδεία αγαπημένου προσώπου πρόσφατα είχα αυτό το χαμόγελο καρφωμένο κι όσοι δεν ήξεραν θεωρούσαν ότι ήμουν ο μεγαλύτερος εχθρός του θανόντος. Απ' ότι μου είπε κάποιος ειδικός μόνο η ταυτόχρονη βίωση δύο αντίθετων συναισθημάτων ταυτόχρονα θα μπορούσε να με επαναφέρει στην πρότερη (και αποδεκτή) ψυχοσωματική ισορροπία.
Έσπαγα το κεφάλι μου προσπαθώντας να δημιουργήσω μια τέτοια κατάσταση τεχνητά, αλλά από την άλλη πίστευα ότι θα ερχόταν από μόνη της όταν έφτανε το πλήρωμα του χρόνου. Όσο παράλογο κι αν ακουγόταν την ίδια ακριβώς στιγμή να νιώσεις καλά κι άσχημα, εγώ ήλπιζα ότι θα συμβεί και μάλιστα σύντομα.
Προσπαθώ να θυμηθώ πως ξεκίνησε αυτή η ιστορία, ποια ήταν η αφορμή, σε ποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ποιοι ήταν παρόντες, αλλά κι αυτό μου φαντάζει δύσκολο τώρα. Λες κι ήμουν πάντα έτσι, πιθανό γεννητικό πρόβλημα, γεγονός που συνέτεινε στην απόφασή μου να πάω σε έναν ειδικό, το μόνο στο οποίο δεν είχα καταλήξει ήταν αν θα ήταν της παραδοσιακής σχολής ψυχολογίας ή κάτι πιο εναλλακτικό.  

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Εισαγωγή

Κάποτε (21/1/08) σε ένα ιστολογικό παιχνίδι είχα παίξει με το παρακάτω ποίημα. Ανακάλυψα μέσω στατιστικών ότι σε 92 από τα post του άλλου μου blog υπάρχουν υστερόγραφα. Έτσι προκύπτει κι ο τίτλος αυτού του blog, θα προσπαθήσω να γράψω αλλιώς, περισσότερο να βγάλω τη συγγραφική μου τρέλα κι ότι ήθελε προκύψει. Τότε λοιπόν είχα γράψει τα παρακάτω:

Ούτως ή άλλως και για διάφορους λόγους έχω αναφερθεί πολλάκις εδώ μέσα σε αγαπημένους ποιητές κι έχω παραθέσει αποσπάσματά τους. Είναι ευκαιρία λοιπόν να σας αποκαλύψω γιατί έχω τρέλα με τα υστερόγραφα:Το ανακάλυψα τυχαία πριν καμιά 15αριά χρόνια, η αδυναμία στον Μανόλη Αναγνωστάκη ήταν δεδομένη, το παιχνίδι των υστερόγραφων μου θύμιζε προ εφηβικά χρόνια όταν με αγαπημένη φίλη - καθηγήτρια αρχαίων ελληνικών, ανταλλάσσαμε γράμματα (ναι, ήταν τρόπος επικοινωνίας κάποτε, τότε δεν υπήρχε η άνεση κινητών κι ακίνητων τηλεφώνων και sms, e-mail κλπ), αφήνοντας πάντα τη δύναμη και την ανατροπή σε αυτά τα σύντομα κειμενάκια της μιας γραμμής που μπορούσαν να αλλάξουν το νόημα όλου του προηγούμενου γράμματος. Ας παραθέσω λοιπόν κάποια από αυτά:

Δε θέλω να γνωρίσω πάρα πολύ τους ανθρώπους.

Όλα προς τι;

Ζήσαμε παιδικά χρόνια, νιότη - διαφορετικά.

Δεν ήταν δειλός γιατί είχε συναίσθηση της δειλίας του.

Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά.

Έρωτας: όσο υπάρχουν το άγνωστο και οι αυταπάτες.

Ήξερε πως δεν είχε πεθάνει αλλά δεν επρόκειτο ποτέ να την ξαναδεί.

Παλιούς σου φίλους που τους βλέπεις με συγκίνηση - παλιούς σου έρωτες με αποστροφή.

Όλοι κομπλεξικοί με το ήθος.

Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει - τώρα έπαιζε την παράταση.

Δεν φοβόταν το θάνατο - τουλάχιστον το θάνατο των άλλων.

Μιλούσε συνεχώς με παρενθέσεις και αποσιωπητικά, σαν τυφλός που βάδιζε σ' ένα δωμάτιο γεμάτο έπιπλα.

(Γηράσκω αεί αναθεωρών)

Αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της.

Δεν υπάρχει πνευματικός ηρωισμός.

Επισκευαστής αναμνήσεων.

... Και ποτέ μην ξεπέσεις στο αχ εμείς οι καημένοι. (Δε θέλει παρά ένα βηματάκι να το σκεφτούν οι άλλοι για σένα.)

Έλπιζες από απελπισία.

Το ενοχλητικότερο ήταν πως επέμενε να γράφει την αλήθεια με άλφα κεφαλαίο.

Οι τίτλοι στα περιεχόμενα άμα τους διάβαζες στη σειρά, φτιάχναν ένα καινούργιο ποίημα - το πιο όμορφο ποίημα, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς φιλολογία, χωρίς φτιασίδια.

Ο σπαραγμός της κοινοτυπίας.

Οι ίδιες λέξεις που λέμε όλοι.

Περιθώριο στο "Περιθώριο".

Προσπαθούσε να σε πείσει πως όλα είχαν αλλάξει, όμως εσύ τα 'βλεπες γύρω σου απελπιστικά όμοια.

Εμένα θα μου άρεσε με μια μουσική υπόκρουση, είπες, όπου θα καθόριζες εσύ τα κενά της σιωπής.

Όμως ποτέ δε θα μου εξηγήσεις το πως και το γιατί.

Πόσα άλλα κρυμμένα βαθιά...

Υ.Γ.: σε πολύ λίγο θα αρχίσει κάτι που δεν ξέρω ούτε πότε ούτε πως θα ολοκληρωθεί