Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

14. Έλλειψη

Όλη την εβδομάδα προσπάθησα να επικεντρωθώ στις διάφορες απώλειες της ζωής μου έως αυτή τη στιγμή. Ο Γ. είπε καθαρά ότι αυτό θα ήταν το θέμα ανάλυσης στην επόμενη συνεδρία. Ήδη είχα πει για την πρώτη μου απώλεια, αυτή του παππού, δεν είχα επεκταθεί στην απώλεια της μητρικής αγάπης και προστασίας τον δύσκολο καιρό του ατυχήματος του αδελφού μου ακόμη, κι αυτό μου ήταν αρκετά δύσκολο. Προσπάθησα να σκεφτώ κι άλλα πράγματα σχετικά αλλά ένα τηλεφώνημα διέκοψε τις σκέψεις μου.
Α.: Λέγετε;
Ο.: Καλησπέρα, είμαι η Ο. πως είσαι;
Α.: Εγώ καλά λέω, εσύ που χάθηκες; (ήταν η καθηγήτρια των αρχαίων μου, σημαντική σχέση στη ζωή μου εκεί γύρω στα 12-13, δεν είχα αναφερθεί καν για αυτή στον γιατρό μέχρι τώρα, ήταν μια αρκετά ιδιόμορφη σχέση αυτή που είχαμε αναπτύξει).
Ο.: Δεν το λες και καλά, να μπαίνω για εγχείρηση την Δευτέρα, ινομύωμα μου είπαν, να δούμε στην βιοψία τι θα δείξει...
Α.: (μετά από μια αρκετά μεγάλη παύση, η αλήθεια δεν είχα ξανακούσει περί ινομυώματος), είναι σοβαρό; Άντε βρε μια χαρά θα πάει...
Ο.: Δεν καταλαβαίνεις; Μορφή καρκίνου είναι, πως να στο δώσω να το καταλάβεις; (ήταν θλιμμένη και προφανώς απογοητευμένη από την αρχική μου αντίδραση τύπου: έλα βρε, δεν είναι και τίποτα...)
Α.: Επαναλαμβάνω όλα καλά θα πάνε, μην αγχώνεσαι, θέλεις να παίξουμε ένα τηλεφωνικό σκάκι; (το είχαμε κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, δυο-τρεις ώρες τηλεφωνήματα και να παίζουμε σκάκι ενώ ακούγαμε ταυτόχρονα την ίδια μουσική και μιλούσαμε και περί ανέμων και υδάτων)
Ο.: Όχι, δεν έχω και πολύ διάθεση, θα είμαι στο Υ., δωμάτιο 312, αν θέλεις έρχεσαι και τα λέμε κι από κοντά.
Κλείνοντας το τηλέφωνο ασυναίσθητα έβαλα τα κλάματα. Ήταν όσο σοβαρό έλεγε; Μπρος στις απώλειες που ήδη σκεφτόμουν η δική της θα ήταν αφόρητη τη συγκεκριμένη στιγμή. Έχοντας σκορπίσει η παρέα του Γυμνασίου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας λόγω των σχολών που είχαν περάσει ήμουν ουσιαστικά μόνος για αυτή τη χρονιά στην Αθήνα. Η Ο. ήταν από τα λίγα αποκούμπια που είχα, για την ακρίβεια ήταν ο μέντορας κι οδηγός μου μέχρι αυτή τη στιγμή. Όταν στην πρώτη Γυμνασίου ακόμη ως καθηγήτρια Αρχαίων και Νέων Ελληνικών είχε αρχικά επιλέξει μια έκθεση μου και την είχε διαβάσει σε όλο το τμήμα ως πρότυπο έκθεσης κατάλαβα ότι κάτι είχε δει σε μένα. Παρότι την επόμενη χρονιά έφυγε με μετάθεση για επαρχιακή πόλη, ανταλλάσσαμε γράμματα (του ταχυδρομείου βεβαίως, τότε δεν υπήρχε ηλεκτρονική αλληλογραφία), πολλά γράμματα, και επισκέψεις όταν είχε άδεια, μου δώριζε βιβλία, από αυτήν έμαθα την σύγχρονη Ελληνική πεζογραφία (στα 13 διάβαζα Ταχτσή και Κουμανταρέα), πηγαίναμε στο Ηρώδειο σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, πηγαίναμε εκδρομές, σε φεστιβάλ νεολαιών, ήταν ο ερανιστής ενός εφηβικού ποιήματος που έγραψα και πήρε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό, και τι δεν έκανε για και με εμένα. Η σχέση μας παρ όλη την διαφορά ηλικίας από κάποιους είχε παρεξηγηθεί, ευτυχώς όχι από τους γονείς μου που την αγαπούσαν πολύ και την δεχόντουσαν.
Με βαριά καρδιά κίνησα την επόμενη της εγχείρισης να την επισκεφτώ. Στο γνωστό μαιευτήριο τα περισσότερα δωμάτια πλημμύριζαν από χαρά και μπλε, ροζ μπαλόνια, κι αρκουδάκια και λουλούδια, εγώ κρατούσα ένα κουτάκι γλυκά και δεν μπορούσα να συμμεριστώ αυτή τη χαρά. Μπήκα δειλά στο δωμάτιο, ήταν εμφανώς εξαντλημένη αλλά ο τρόπος που μου χαμογέλασε με έκανε να αναθαρρήσω και να το ανταποδώσω, έσκυψα και την φίλησα, όλα καλά; Την ρώτησα, νομίζω πως ναι, μου απάντησε, κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας...
Βγαίνοντας από το Νοσοκομείο ήμουν πολύ καλύτερα, ήμουν σίγουρος ότι τα χειρότερα είχαν περάσει για την Ο. Πίστεψα ότι αύριο θα ήμουν πανέτοιμος να αντιμετωπίσω την δύσκολη συνεδρία που θα ερχόταν. Παρότι ήταν από τις τελευταίες φορές που θα την έβλεπα (μέχρι και τώρα) μου έδωσε την δυνατότητα να σκεφτώ ότι η απώλεια είναι σχετική, αυτό που κερδίζεις από την επαφή σου με έναν άνθρωπο είναι παρακαταθήκη και σε ακολουθεί πάντα, ακόμη κι αν χαθεί από τη ζωή σου.

Υστερόγραφο: Μόλις φέτος, σχεδόν μετά από 25 χρόνια που χαθήκαμε έκανα μια προσπάθεια να ξαναβρώ τα ίχνη της Ο. Στο διαδίκτυο το μόνο που βρήκα ήταν ότι πλέον ήταν διευθύντρια σε ένα Λύκειο, σημείωσα το τηλέφωνο του σχολείου για να καλέσω κάποια στιγμή, δεν το έχω κάνει μέχρι τώρα, όταν χαθήκαμε, λίγα μόλις χρόνια μετά από αυτή την ιστορία που περιέγραψα, είχε παντρευτεί, στην ευχητήρια κάρτα μου ήμουν λίγο διφορούμενος, θυμάμαι είχα ευχηθεί: ελπίζω να περάσεις καλά με την επιλογή που έκανες... ο άντρας της σε ένα τηλέφωνο που έκανα μου ζήτησε (δικαίως) εξηγήσεις, κατάλαβα ότι ζήλευε, δεν ήθελα να μπω ανάμεσα με κανέναν τρόπο, δεν νομίζω ότι θα το κάνω τώρα, ελπίζω απλά οι δρόμοι μας να βρεθούνε ξανά τυχαία, δύο άνθρωποι που βρίσκονται τόσο κοντά, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα ξανασμίξουν.
Ο. αν διαβάσεις ποτέ αυτό το κείμενο να ξέρεις ότι το κόκκινο αδιάβροχο μπουφάν παρότι έλιωσε είναι πάντα εσύ...