Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

13. 3η Επίσκεψη, λήξη

Κάθισα ακόμη πιο βαθιά στην πολυθρόνα με τα χέρια στα πόδια μου και το βλέμμα στα βιβλία πίσω του.

Α.: Τι θα θέλατε να ακούσετε πρώτα; Τα άμεσα συναισθήματα λόγω του γεγονότος του θανάτου ή τα κατασταλαγμένα αφού συνειδητοποιώ το γεγονός;
Γ.: Και τα δύο είναι εξίσου ενδιαφέροντα…
Α.: Αρχικά λοιπόν είναι η αίσθηση του κενού, σαν να ξεριζώνεις ένα μέλος από το σώμα σου, αυτά τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που κόβεσαι στο χέρι από ένα μαχαίρι και τον πόνο που φτάνει σαν πληροφορία από τον εγκέφαλο…
Γ.: Σα να σας τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια μια και σας αρέσουν οι παρομοιώσεις;
Α.: Κάπως έτσι, μα το δάκρυ δεν μπορεί να βγει, το ξέσπασμα δεν είναι το αναμενόμενο.
Γ.: Γιατί είναι αναμενόμενο το δάκρυ; Θέλω να πω επειδή σας το έχουν πει, το έχετε δει να συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, γιατί επιβάλλεται από τα κοινωνικά δεδομένα; Τι απ’ όλα;
Α.: Λίγο απ’ όλα, μα περισσότερο πιστεύω γιατί είναι μια αντίδραση που υπάρχει στο DNA μας, δεν είναι εύκολο μια απώλεια αγαπημένου προσώπου να μην συνοδεύεται από κλάμα…
Γ.: Από την άλλη όμως και σύμφωνα με τα λεγόμενά σας πριν λίγο, πιστεύοντας σε μετενσαρκώσεις κι άλλα παρόμοια, το ότι θα είναι καλύτερα εκεί που θα πάνε δεν σας δημιουργεί χαρά;
Α.: Μα δεν έχει να κάνει με αυτούς που φεύγουν, αν θέλετε είναι και λίγο εγωιστικό, αλλά έχει να κάνει με μένα και τι κενό δημιουργείται από αυτή την απώλεια. Εκτός του συναισθηματικού κενού, είναι κι η ασφάλεια – υλική και ψυχική, η καθημερινή επαφή, το άγγιγμα και το χάδι, το φιλί κι η ανταλλαγή αγάπης και τρυφερότητας, αισθήματα και πράξεις που δύσκολα βρίσκεις εκτός οικογένειας.
Γ.: Αρχίσατε να το κάνετε περισσότερο ξεκάθαρο τώρα, κι όχι δεν είναι εγωιστικό, είναι ανθρώπινο πέρα για πέρα, συνεχίστε…
Α.: Παρότι λοιπόν έπρεπε η αναμενόμενη αντίδραση να είναι το κλάμα ήταν το γέλιο στη θέση του, δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν γέλιο χαράς ή απλά αντίδρασης πάντως ήταν ένα καθαρό γέλιο, χωρίς ενοχές για αυτό…
Γ.: Χρησιμοποιήσατε ταυτόχρονα τις λέξεις γέλιο κι ενοχή, αν βάλουμε μια μικρή παρένθεση στο θέμα με το οποίο γελούσατε, θεωρείτε ότι το γέλιο συχνά συμβαίνει με ενοχή κι όχι αβίαστα όπως του πρέπει;
Α.: Ναι, το πιστεύω αυτό, σε αυτό που δεν πιστεύω είναι ότι πρέπει να γίνεται μόνο σε συγκεκριμένα θεάματα ή σε αστείες καταστάσεις, από την άλλη δεν ξέρω πόσο ταιριάζει στο θάνατο…
Γ.: Μου φαίνεται ότι είναι μια μορφή εξορκισμού του κακού για εσάς, μια κάθαρση θα έλεγα, από τη στιγμή δε που λειτουργεί αν όχι περισσότερο, τουλάχιστον το ίδιο λυτρωτικά με το κλάμα, είναι προφανής ο σκοπός που το κάνετε.
Α.: Προφανής μπορεί, αποδεκτός όμως;
Γ.: Θεωρείτε εαυτόν αιρετικό; Και δεν αναφέρομαι μόνο στη θρησκεία, γενικότερα θέλετε ή θεωρείτε ότι διαφέρετε τουλάχιστον από τον μέσο όρο;
Α.: Σε γενικές γραμμές το πιστεύω κι είμαι μάλλον, δεν ξέρω αν το αιρετικός είναι η σωστή λέξη, πάντως αντιδραστικός ή αντίθετος από αυτά που θεωρούνται αποδεκτά από το μέσο όρο ανθρώπων είμαι…
Γ.: Επειδή έχουμε φτάσει σε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο κι όσον αφορά στην απώλεια κι όσον αφορά στην γενικότερη αντίδραση, σταματάμε εδώ για σήμερα και σας περιμένω την ερχόμενη εβδομάδα για περισσότερη ανάλυση και στα δύο, σας ευχαριστώ.
Α.: (;) Εγώ ευχαριστώ… απάντησα, σχεδόν ερωτηματικά

Βγαίνοντας από το γραφείο ο καιρός είχε αλλάξει αρκετά, η Ανοιξιάτικη μπόρα φαινόταν θέμα λεπτών, το χώμα είχε αρχίσει ήδη να μυρίζει με αυτή την οικεία και αγαπημένη οσμή από τις πρώτες σταγόνες που έπεφταν, μου άρεσε να βρέχομαι την Άνοιξη σε αντίθεση με το Χειμώνα, ήταν ένα άλλο είδος κάθαρσης που ένιωθα ότι με εξάγνιζε, έρχονταν περίεργες ημέρες, ήμουν σίγουρος για αυτό.