Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

14. Έλλειψη

Όλη την εβδομάδα προσπάθησα να επικεντρωθώ στις διάφορες απώλειες της ζωής μου έως αυτή τη στιγμή. Ο Γ. είπε καθαρά ότι αυτό θα ήταν το θέμα ανάλυσης στην επόμενη συνεδρία. Ήδη είχα πει για την πρώτη μου απώλεια, αυτή του παππού, δεν είχα επεκταθεί στην απώλεια της μητρικής αγάπης και προστασίας τον δύσκολο καιρό του ατυχήματος του αδελφού μου ακόμη, κι αυτό μου ήταν αρκετά δύσκολο. Προσπάθησα να σκεφτώ κι άλλα πράγματα σχετικά αλλά ένα τηλεφώνημα διέκοψε τις σκέψεις μου.
Α.: Λέγετε;
Ο.: Καλησπέρα, είμαι η Ο. πως είσαι;
Α.: Εγώ καλά λέω, εσύ που χάθηκες; (ήταν η καθηγήτρια των αρχαίων μου, σημαντική σχέση στη ζωή μου εκεί γύρω στα 12-13, δεν είχα αναφερθεί καν για αυτή στον γιατρό μέχρι τώρα, ήταν μια αρκετά ιδιόμορφη σχέση αυτή που είχαμε αναπτύξει).
Ο.: Δεν το λες και καλά, να μπαίνω για εγχείρηση την Δευτέρα, ινομύωμα μου είπαν, να δούμε στην βιοψία τι θα δείξει...
Α.: (μετά από μια αρκετά μεγάλη παύση, η αλήθεια δεν είχα ξανακούσει περί ινομυώματος), είναι σοβαρό; Άντε βρε μια χαρά θα πάει...
Ο.: Δεν καταλαβαίνεις; Μορφή καρκίνου είναι, πως να στο δώσω να το καταλάβεις; (ήταν θλιμμένη και προφανώς απογοητευμένη από την αρχική μου αντίδραση τύπου: έλα βρε, δεν είναι και τίποτα...)
Α.: Επαναλαμβάνω όλα καλά θα πάνε, μην αγχώνεσαι, θέλεις να παίξουμε ένα τηλεφωνικό σκάκι; (το είχαμε κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, δυο-τρεις ώρες τηλεφωνήματα και να παίζουμε σκάκι ενώ ακούγαμε ταυτόχρονα την ίδια μουσική και μιλούσαμε και περί ανέμων και υδάτων)
Ο.: Όχι, δεν έχω και πολύ διάθεση, θα είμαι στο Υ., δωμάτιο 312, αν θέλεις έρχεσαι και τα λέμε κι από κοντά.
Κλείνοντας το τηλέφωνο ασυναίσθητα έβαλα τα κλάματα. Ήταν όσο σοβαρό έλεγε; Μπρος στις απώλειες που ήδη σκεφτόμουν η δική της θα ήταν αφόρητη τη συγκεκριμένη στιγμή. Έχοντας σκορπίσει η παρέα του Γυμνασίου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας λόγω των σχολών που είχαν περάσει ήμουν ουσιαστικά μόνος για αυτή τη χρονιά στην Αθήνα. Η Ο. ήταν από τα λίγα αποκούμπια που είχα, για την ακρίβεια ήταν ο μέντορας κι οδηγός μου μέχρι αυτή τη στιγμή. Όταν στην πρώτη Γυμνασίου ακόμη ως καθηγήτρια Αρχαίων και Νέων Ελληνικών είχε αρχικά επιλέξει μια έκθεση μου και την είχε διαβάσει σε όλο το τμήμα ως πρότυπο έκθεσης κατάλαβα ότι κάτι είχε δει σε μένα. Παρότι την επόμενη χρονιά έφυγε με μετάθεση για επαρχιακή πόλη, ανταλλάσσαμε γράμματα (του ταχυδρομείου βεβαίως, τότε δεν υπήρχε ηλεκτρονική αλληλογραφία), πολλά γράμματα, και επισκέψεις όταν είχε άδεια, μου δώριζε βιβλία, από αυτήν έμαθα την σύγχρονη Ελληνική πεζογραφία (στα 13 διάβαζα Ταχτσή και Κουμανταρέα), πηγαίναμε στο Ηρώδειο σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, πηγαίναμε εκδρομές, σε φεστιβάλ νεολαιών, ήταν ο ερανιστής ενός εφηβικού ποιήματος που έγραψα και πήρε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό, και τι δεν έκανε για και με εμένα. Η σχέση μας παρ όλη την διαφορά ηλικίας από κάποιους είχε παρεξηγηθεί, ευτυχώς όχι από τους γονείς μου που την αγαπούσαν πολύ και την δεχόντουσαν.
Με βαριά καρδιά κίνησα την επόμενη της εγχείρισης να την επισκεφτώ. Στο γνωστό μαιευτήριο τα περισσότερα δωμάτια πλημμύριζαν από χαρά και μπλε, ροζ μπαλόνια, κι αρκουδάκια και λουλούδια, εγώ κρατούσα ένα κουτάκι γλυκά και δεν μπορούσα να συμμεριστώ αυτή τη χαρά. Μπήκα δειλά στο δωμάτιο, ήταν εμφανώς εξαντλημένη αλλά ο τρόπος που μου χαμογέλασε με έκανε να αναθαρρήσω και να το ανταποδώσω, έσκυψα και την φίλησα, όλα καλά; Την ρώτησα, νομίζω πως ναι, μου απάντησε, κι αρχίσαμε να λέμε τα δικά μας...
Βγαίνοντας από το Νοσοκομείο ήμουν πολύ καλύτερα, ήμουν σίγουρος ότι τα χειρότερα είχαν περάσει για την Ο. Πίστεψα ότι αύριο θα ήμουν πανέτοιμος να αντιμετωπίσω την δύσκολη συνεδρία που θα ερχόταν. Παρότι ήταν από τις τελευταίες φορές που θα την έβλεπα (μέχρι και τώρα) μου έδωσε την δυνατότητα να σκεφτώ ότι η απώλεια είναι σχετική, αυτό που κερδίζεις από την επαφή σου με έναν άνθρωπο είναι παρακαταθήκη και σε ακολουθεί πάντα, ακόμη κι αν χαθεί από τη ζωή σου.

Υστερόγραφο: Μόλις φέτος, σχεδόν μετά από 25 χρόνια που χαθήκαμε έκανα μια προσπάθεια να ξαναβρώ τα ίχνη της Ο. Στο διαδίκτυο το μόνο που βρήκα ήταν ότι πλέον ήταν διευθύντρια σε ένα Λύκειο, σημείωσα το τηλέφωνο του σχολείου για να καλέσω κάποια στιγμή, δεν το έχω κάνει μέχρι τώρα, όταν χαθήκαμε, λίγα μόλις χρόνια μετά από αυτή την ιστορία που περιέγραψα, είχε παντρευτεί, στην ευχητήρια κάρτα μου ήμουν λίγο διφορούμενος, θυμάμαι είχα ευχηθεί: ελπίζω να περάσεις καλά με την επιλογή που έκανες... ο άντρας της σε ένα τηλέφωνο που έκανα μου ζήτησε (δικαίως) εξηγήσεις, κατάλαβα ότι ζήλευε, δεν ήθελα να μπω ανάμεσα με κανέναν τρόπο, δεν νομίζω ότι θα το κάνω τώρα, ελπίζω απλά οι δρόμοι μας να βρεθούνε ξανά τυχαία, δύο άνθρωποι που βρίσκονται τόσο κοντά, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα ξανασμίξουν.
Ο. αν διαβάσεις ποτέ αυτό το κείμενο να ξέρεις ότι το κόκκινο αδιάβροχο μπουφάν παρότι έλιωσε είναι πάντα εσύ...
    

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

13. 3η Επίσκεψη, λήξη

Κάθισα ακόμη πιο βαθιά στην πολυθρόνα με τα χέρια στα πόδια μου και το βλέμμα στα βιβλία πίσω του.

Α.: Τι θα θέλατε να ακούσετε πρώτα; Τα άμεσα συναισθήματα λόγω του γεγονότος του θανάτου ή τα κατασταλαγμένα αφού συνειδητοποιώ το γεγονός;
Γ.: Και τα δύο είναι εξίσου ενδιαφέροντα…
Α.: Αρχικά λοιπόν είναι η αίσθηση του κενού, σαν να ξεριζώνεις ένα μέλος από το σώμα σου, αυτά τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που κόβεσαι στο χέρι από ένα μαχαίρι και τον πόνο που φτάνει σαν πληροφορία από τον εγκέφαλο…
Γ.: Σα να σας τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια μια και σας αρέσουν οι παρομοιώσεις;
Α.: Κάπως έτσι, μα το δάκρυ δεν μπορεί να βγει, το ξέσπασμα δεν είναι το αναμενόμενο.
Γ.: Γιατί είναι αναμενόμενο το δάκρυ; Θέλω να πω επειδή σας το έχουν πει, το έχετε δει να συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, γιατί επιβάλλεται από τα κοινωνικά δεδομένα; Τι απ’ όλα;
Α.: Λίγο απ’ όλα, μα περισσότερο πιστεύω γιατί είναι μια αντίδραση που υπάρχει στο DNA μας, δεν είναι εύκολο μια απώλεια αγαπημένου προσώπου να μην συνοδεύεται από κλάμα…
Γ.: Από την άλλη όμως και σύμφωνα με τα λεγόμενά σας πριν λίγο, πιστεύοντας σε μετενσαρκώσεις κι άλλα παρόμοια, το ότι θα είναι καλύτερα εκεί που θα πάνε δεν σας δημιουργεί χαρά;
Α.: Μα δεν έχει να κάνει με αυτούς που φεύγουν, αν θέλετε είναι και λίγο εγωιστικό, αλλά έχει να κάνει με μένα και τι κενό δημιουργείται από αυτή την απώλεια. Εκτός του συναισθηματικού κενού, είναι κι η ασφάλεια – υλική και ψυχική, η καθημερινή επαφή, το άγγιγμα και το χάδι, το φιλί κι η ανταλλαγή αγάπης και τρυφερότητας, αισθήματα και πράξεις που δύσκολα βρίσκεις εκτός οικογένειας.
Γ.: Αρχίσατε να το κάνετε περισσότερο ξεκάθαρο τώρα, κι όχι δεν είναι εγωιστικό, είναι ανθρώπινο πέρα για πέρα, συνεχίστε…
Α.: Παρότι λοιπόν έπρεπε η αναμενόμενη αντίδραση να είναι το κλάμα ήταν το γέλιο στη θέση του, δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν γέλιο χαράς ή απλά αντίδρασης πάντως ήταν ένα καθαρό γέλιο, χωρίς ενοχές για αυτό…
Γ.: Χρησιμοποιήσατε ταυτόχρονα τις λέξεις γέλιο κι ενοχή, αν βάλουμε μια μικρή παρένθεση στο θέμα με το οποίο γελούσατε, θεωρείτε ότι το γέλιο συχνά συμβαίνει με ενοχή κι όχι αβίαστα όπως του πρέπει;
Α.: Ναι, το πιστεύω αυτό, σε αυτό που δεν πιστεύω είναι ότι πρέπει να γίνεται μόνο σε συγκεκριμένα θεάματα ή σε αστείες καταστάσεις, από την άλλη δεν ξέρω πόσο ταιριάζει στο θάνατο…
Γ.: Μου φαίνεται ότι είναι μια μορφή εξορκισμού του κακού για εσάς, μια κάθαρση θα έλεγα, από τη στιγμή δε που λειτουργεί αν όχι περισσότερο, τουλάχιστον το ίδιο λυτρωτικά με το κλάμα, είναι προφανής ο σκοπός που το κάνετε.
Α.: Προφανής μπορεί, αποδεκτός όμως;
Γ.: Θεωρείτε εαυτόν αιρετικό; Και δεν αναφέρομαι μόνο στη θρησκεία, γενικότερα θέλετε ή θεωρείτε ότι διαφέρετε τουλάχιστον από τον μέσο όρο;
Α.: Σε γενικές γραμμές το πιστεύω κι είμαι μάλλον, δεν ξέρω αν το αιρετικός είναι η σωστή λέξη, πάντως αντιδραστικός ή αντίθετος από αυτά που θεωρούνται αποδεκτά από το μέσο όρο ανθρώπων είμαι…
Γ.: Επειδή έχουμε φτάσει σε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο κι όσον αφορά στην απώλεια κι όσον αφορά στην γενικότερη αντίδραση, σταματάμε εδώ για σήμερα και σας περιμένω την ερχόμενη εβδομάδα για περισσότερη ανάλυση και στα δύο, σας ευχαριστώ.
Α.: (;) Εγώ ευχαριστώ… απάντησα, σχεδόν ερωτηματικά

Βγαίνοντας από το γραφείο ο καιρός είχε αλλάξει αρκετά, η Ανοιξιάτικη μπόρα φαινόταν θέμα λεπτών, το χώμα είχε αρχίσει ήδη να μυρίζει με αυτή την οικεία και αγαπημένη οσμή από τις πρώτες σταγόνες που έπεφταν, μου άρεσε να βρέχομαι την Άνοιξη σε αντίθεση με το Χειμώνα, ήταν ένα άλλο είδος κάθαρσης που ένιωθα ότι με εξάγνιζε, έρχονταν περίεργες ημέρες, ήμουν σίγουρος για αυτό.
    

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

12. 3η Επίσκεψη, συνέχεια

Προσπάθησα να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις, και μου φάνηκε αλήθεια βουνό η προσπάθεια συγκρότησης προτάσεων για το συγκεκριμένο θέμα. Ήταν περισσότερο η ίδια η αίσθηση που μου άφηνε η σκέψη έλλειψης γονιών, όχι τόσο το θέμα ότι θα ήμουν ορφανός, όσο η απώλεια της καθημερινής επαφής, στοργής, τρυφερότητας, ασφάλειας… προσπάθησα να τα εκφράσω όσο μπορούσα καλύτερα (και προσεκτικότερα) όταν άρχισα να μιλάω,
Α.: Σκέφτομαι συχνά σαν σενάριο ότι συμβαίνει κάτι ξαφνικό, όπως αυτοκινητικό δυστύχημα ας πούμε και πεθαίνουν όλοι από αυτό…
Γ.: Συγγνώμη για την τόσο γρήγορη διακοπή, όταν λέτε όλοι; Εννοείτε μητέρα και πατέρας;
Α.: και ο αδελφός μου που οδηγεί…
Γ.: μάλιστα, συνεχίστε όσο μπορείτε με περισσότερες λεπτομέρειες…
Α.: Δεν επικεντρώνομαι στην ίδια εικόνα του δυστυχήματος, ούτε και στην τελετή που ακολουθεί, είναι εικόνες που ίσως δεν θέλω καν να σκέφτομαι ως πιθανότητα, αλλά στην πραγματικότητα μετά από αυτό το γεγονός. Βλέπω τις συζητήσεις των συγγενών και του παππού με τη γιαγιά για το ποιος θα με κρατήσει, εγώ αν ήταν να διαλέξω θα ήθελα να είμαι μόνος, δεν με ενδιαφέρει να βάλω στο ζύγι που θα ήταν καλύτερα, θέλω να πενθήσω με τον τρόπο μου, να αγωνιστώ να τα βγάλω πέρα μόνος, η έλλειψη κι η φροντίδα των γονέων δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθεί με κανέναν, η αδελφική αγάπη το ίδιο, δεν με απασχολεί και δεν με αγχώνει τίποτα, τελικά καταλήγω σε ένα μεγάλο κενό… Κενό συναισθημάτων, λες κι οι δακρυγόνοι αδένες δεν μπορούν να παράγουν άλλο υλικό, έχω στεγνώσει εσωτερικά κι εξωτερικά, σαν κινούμενο ζόμπι φαντάζω, κι όλο ξαφνικά βάζω τα γέλια… δυνατά και μέσα από την ψυχή μου.
Όλοι οι συγγενείς με κοιτούν αποσβολωμένοι, - πάει, τα έχασε το καημένο, λένε, ο νονός μου περνάει το μπράτσο του στους ώμους μου και με το άλλο χέρι με χαϊδεύει στο μάγουλο (εγώ ένιωθα σαν να ήθελε να μου ρίξει ένα χαστούκι να συνέλθω), η γιαγιά μου κλαίει κρυφά για να μην την δω, οι υπόλοιποι απλά απορούν. Δεν εξηγώ τίποτα σε κανένα, απλά είναι η αίσθηση ότι αρχίζω να νιώθω και πάλι μετά από αυτή την αντίδραση. Η απόσταση με τους άλλους γύρω μου όλο και μεγαλώνει, βγάζω το χέρι του νονού από πάνω μου αποφασιστικά, χαιρετώ κάποιους από τους συγγενείς, φιλώ κάποιους άλλους, αγκαλιάζω σφιχτά τη συνονόματη γιαγιά, και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Ο καιρός έξω είναι ανοιξιάτικος, φοράω τα γυαλιά ηλίου, ανάβω ένα τσιγάρο και νιώθω ότι αδειάζω… η αρχική σαστιμάρα και φόβος μετατρέπονται σε δύναμη και σιγουριά. Κάθομαι σε παρακείμενο καφενεδάκι, αγοράζω εφημερίδα αγγελιών κι αρχίζω να κοιτώ τις στήλες  προσφορά εργασίας και ενοικίαση ακινήτων…
Γ.: Ωραία, μέχρι εδώ μου περιγράφετε περισσότερο καταστάσεις και γεγονότα και λιγότερο συναισθήματα, στο μόνο που εστιάσατε είναι ότι αντί θλίψης και δακρύων για την απώλεια και την αίσθηση του «ξεκρέμαστου» ξεσπάσατε με μια εκ διαμέτρου αντίθετη αντίδραση από αυτή που θα περίμεναν όλοι, από αυτή που θα ήταν λογική (;) – στη φωνή του υπήρχε κάτι σαν ερώτηση χωρίς να είναι και τόσο σίγουρο… Θέλετε να εστιάσουμε λίγο περισσότερο στα αισθήματα τώρα;
Α.: Η αλήθεια είναι ότι άφησα το δυσκολότερο κομμάτι σχεδόν εκτός…
Ήξερα ότι τώρα αρχίζουν πραγματικά τα δύσκολα, αλλά δεν ήξερα καν από πού να το πιάσω το θέμα, πώς να αρχίσω. Ήμουν καλός στην αφήγηση, όχι όμως το ίδιο καλός στην εξωτερίκευση συναισθημάτων.
    

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

11. 3η Επίσκεψη

Ένιωθα τα πόδια μου ασυνήθιστα βαριά παρότι φορούσα αθλητικά μια κι είχε φτιάξει για τα καλά ο καιρός. Με το τζιν παντελόνι και την ανοιξιάτικη μπλούζα είχα μια εμφάνιση μάλλον για καφέ παρά για επίσκεψη στον κύριο Γ. όπου συνήθιζα αν μη τι άλλο στις 2 προηγούμενες επισκέψεις να έχω αρκετά προσεγμένη εμφάνιση. Μάλλον το βάδισμα βάραινε από την προοπτική να θιγούν ακόμη δυσκολότερα θέματα σε αυτή τη συνεδρία. Έφτασα στην ώρα μου ως συνήθως και λίγο νωρίτερα. Κάποιες σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν από το μέτωπο σημάδι του καλού καιρού αλλά και της εσωτερικής αγωνίας. Κάθε φορά ήταν σαν την πρώτη, λες και θα έδινα πάλι εξετάσεις το αίσθημα, λες κι έδινα εξετάσεις με άγνωστο θέμα. Κάθισα στην πολυθρόνα του διαδρόμου και περίμενα, το μάτι μου έπεσε σε ένα πίνακα του χώρου, θαλασσογραφία το θέμα, ένα καραβάκι στο βάθος, ήρεμη θάλασσα προς τη στεριά, μια υποψία κύματος και σύννεφων στο βάθος, χρώματα από ανοιχτά και γαλήνια μέχρι βαριά και μουντά στο βάθος, δεν ήξερες αν ξημέρωνε η μέρα ή αν έδυε, όλα δισυπόστατα σαν τη διάθεσή μου. Η βαριά φωνή του διέκοψε τις σκέψεις μου:
Γ.: Μπορείτε να περάσετε κύριε Α.
Α.: (περιέργως με άνεση στα βήματα και στο κάθισμα στην πολυθρόνα): Καλησπέρα κύριε Γ.
Γ.: Πως ήταν η εβδομάδα που περάσατε; (μάλλον ερώτηση σπασίματος του πάγου και των εσωτερικών μου σκέψεων)
Α.: Θα την έλεγα καλή, στα πλαίσια της καθημερινότητας, ξέρετε, λίγο διάβασμα, κάποιες βόλτες, ένα σινεμά, τέτοια πράγματα
Γ.: Μάλιστα, από σκέψεις σχετικά με τη σημερινή σας επίσκεψη;
Α.: Αν σας έλεγα ότι δεν την σκεφτόμουν θα έλεγα ψέμματα και κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καλό για τη συνέχεια, έτσι γιατρέ μου;
Γ.: Σαφώς κι όχι, πείτε μου αγαπητέ μου λοιπόν, τι πιστεύετε για το θάνατο; Θέλω να μου πείτε αρχικά αν τον σκέφτεστε ως τέλος ή ως νέα αρχή;
Α.: Αρχικά ως τέλος, τουλάχιστον υλικά. Σίγουρα για εμάς που μένουμε πίσω, αν και τελευταία και διαβάζοντας αρκετές Ανατολίτικου τύπου αναφορές όσον αφορά την ψυχή και τις μετενσαρκώσεις πιστεύω για τον ίδιο τον θανόντα μπορεί να είναι και καλύτερα τα πράγματα
Γ.: Έχετε βιώσει απώλεια κοντινού σας ανθρώπου ήδη σε πολύ μικρή ηλικία απ' ότι έχουμε ήδη πει, οι γονείς σας έχουν προσπαθήσει να σας κρατήσουν μακρυά από το θέμα αυτό ή το έχετε συζητήσει;
Α.: Χωρίς να είναι θέμα ταμπού γενικά, νιώθω ότι με προστατεύουν από το συγκεκριμένο, δεν με είχαν πάει μέχρι κάποια ηλικία σε κηδεία, ενώ σαν θέμα γενικά δεν έρχεται και τόσο στη συζήτηση
Γ.: Πείτε μου για την πρώτη φορά που πήγατε σε κηδεία, πως το εισπράξατε;
Α.: Ήμουν 14 ετών, 1η Γυμνασίου συγκεκριμένα, εγώ μαζί με άλλους 4-5 συμμαθητές επιλεχθήκαμε από τον Γυμνασιάρχη (ως τα καλά παιδιά της τάξης μας προφανώς) να παραστούμε ως αντιπροσωπεία στην κηδεία του παπά της ενορίας μας. Εμείς βέβαια το είδαμε ως μια χαρά πρόφαση για ημι-κοπάνα μετά αδείας. Οπότε με το που φτάσαμε στο μνήμα για επικήδειους κλπ δημιουργούμε πηγαδάκι κι αρχίζουμε αστεία, πειράγματα και γέλια. Ευτυχώς δεν μας πήραν χαμπάρι, αλλά νομίζω ότι από εκεί και πέρα άκουγα κηδεία κι έλεγα εντάξει, πάμε να γελάσουμε τώρα
Γ.: Το ότι δεν δεχτήκατε κάποια επίπληξη δε σημαίνει ότι πράξατε και το σωστό έτσι; επίσης δεν μπορώ να δεχτώ ότι το παραπάνω γεγονός σας σημάδεψε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να βλέπετε την κάθε είδους απώλεια με αδιαφορία ή με γέλιο και χαρά
Α.: Δηλαδή; τι εννοείτε;
Γ.: Ότι παρότι ήταν η πρώτη άμεση επαφή με νεκρό και την τελετουργία ταφής του εσείς προτιμήσατε να διακωμωδήσετε το γεγονός παρά να σταθείτε και να το αντικρίσετε κατάματα, κάτι σαν εθελοτυφλία αν με καταλαβαίνετε
Α.: Ναι σας καταλαβαίνω, αλλά δεν καταλαβαίνω το γιατί να το κάνω αυτό
Γ.: Πείτε μου, όταν είστε μόνος, ας πούμε πριν κοιμηθείτε, κάνετε σκέψεις περί θανάτου, ας πούμε των γονιών σας;
Α.: Η αλήθεια είναι ότι ναι, έχω κάνει τέτοιες σκέψεις, για την ακρίβεια φτιάχνω σενάρια για το πως θα είναι η ζωή μου χωρίς αυτούς και τι πρέπει να κάνω για να τα καταφέρω
Γ.: Θα θέλατε λοιπόν να μου μιλήσετε για αυτά τα σενάρια; έχει πολύ ενδιαφέρον να σας ακούσω να μιλάτε για αυτά
 

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

10. Προσπάθεια

Βγαίνοντας από το γραφείο του γιατρού νόμιζα ότι παραπατώ. Με φόβισε το κλείσιμο αυτής της συνεδρίας, τι εννοούσε ότι θα ματώσουμε πραγματικά; Αν θεωρούσε ότι το να ανοιχτώ τόσο στις δυο πρώτες συνεδρίες δεν ήταν τίποτα, μήπως δεν άξιζε τον κόπο να συνεχίσω; Από την άλλη δεν είχα ούτε τις εμπειρίες ούτε την δύναμη να μπορέσω να κάνω αυτοανάλυση τότε. Ο κολλητός φίλος σπούδαζε σε άλλη πόλη, με την οικογένεια δεν υπήρχε περίπτωση να συζητήσω τέτοια θέματα, οπότε δε μου έμεναν και πολλές επιλογές, ένιωθα ότι έπρεπε να ολοκληρώσω αυτό που είχα αρχίσει. Αν θεωρητικά είχαμε εξαντλήσει το θέμα μεταφυσικής και παρόμοιων φαινομένων θα περνούσαμε στα δυσκολότερα, το θέμα θανάτου, απώλειας γενικότερα και τις μη συνηθισμένες αντιδράσεις μου απέναντι σε τέτοια γεγονότα. Μα τι να πω και τι να εξηγήσω για αυτό; Μάλλον θα άκουγα περισσότερο και θα μίλαγα λιγότερο για το συγκεκριμένο, εκτός… εκτός κι αν οδηγούσε και πάλι τα πράγματα κάπου εντελώς διαφορετικά από αυτό που περίμενα.
Περπατούσα για περισσότερο από μία ώρα και συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει τη μισή απόσταση για το σπίτι με τα πόδια. Αποφάσισα να συνεχίσω έτσι, το απόγευμα ήταν γλυκό κι οι μυρωδιές της Άνοιξης από κάποιους κήπους (λεμονιές, πασχαλιές κι γλιτσίνιες) με έκαναν να αναθαρρήσω. Ανέκαθεν αυτή ήταν η αγαπημένη μου εποχή κι απαλλαγμένος από τις αλλεργίες που με κατέτρεχαν για αρκετά χρόνια μπορούσα να την απολαμβάνω όπως μου άρεσε. Λίγο η διάθεση που άρχισε να φτιάχνει, λίγο από πείσμα ότι έπρεπε επιτέλους να τελειώσω κάτι που άρχιζα (συνήθιζα γενικά να αφήνω μισοτελειωμένα αρκετά πράγματα) αποφάσισα να πάω κανονικά στην επόμενη επίσκεψη προετοιμασμένος για το δυσκολότερο. Δεν είχα να κρύψω κάτι, το ιατρικό απόρρητο με καθησύχαζε κι ήμουν σίγουρος ότι μετά από λίγο καιρό δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξαναέβλεπα, οπότε ακόμη κι αυτά που κρατούσα ίσως κρυφά από τον εαυτό μου θα παρέμεναν έτσι για τον κοινωνικό μου περίγυρο.
Βοηθώντας μια ηλικιωμένη κυρία να περάσει το φανάρι κι εισπράττοντας τις ευχές της, πήρα μια βαθιά ανάσα και την βεβαιότητα ότι η ζωή είναι πολύ όμορφη για να την καταδικάζω χωρίς να προλάβω να την ζήσω όπως πρέπει.

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

9. 2η Επίσκεψη, λήξη

A.: Εντάξει, είναι λίγο περίεργο και δύσκολο συνάμα να το αναλύσω αυτό...
Γ.: Πάρτε τον χρόνο σας κι όταν αισθανθείτε άνετα μιλήστε μου
Α.: Δεν τον κοιτούσα, έβλεπα τα βιβλία πίσω του, την πένα που κρατούσε πάντα και σημείωνε κάποιες στιγμές, όμως μετά από λίγο προσπαθούσα μέσα από τα μάτια του να σκεφτώ τι περνούσε από το μυαλό του εκείνη τη στιγμή. Ήταν δύσκολο πολύ, σαν να είχε βάλει ένα τοίχο ανάμεσά μας, κάτι που θεωρούσα ότι έκανε ούτως ή άλλως, όμως αυτή τη φορά σα να καταλάβαινε το παιχνίδι μου και δεν ήθελε να γίνει πιόνι σε αυτό.
Άρχισα να λέω χωρίς σιγουριά: να, μερικές φορές σα να διαβάζω τη σκέψη του άλλου, για την ακρίβεια αυτού που έχω απέναντί μου, κάποιες στιγμές συμβαίνει ηθελημένα, άλλες ακούσια. Στην αρχή με φόβιζε, κατόπιν το είδα σαν παιχνίδι, αλλά όπως και να το κάνουμε δεν είναι πάντα ενδεδειγμένο. Ας πούμε στην περίπτωση που διακρίνω αρνητικότητα ή και ψέμα στη σκέψη του άλλου με χαλάει, όταν απλά βλέπω ένα προβληματισμό του σχετικά με κάποιο θέμα προσπαθώ να βοηθήσω... 
Γ.: Το έχετε δοκιμάσει κι ηθελημένα; ας πούμε έχετε πει ποτέ σε κάποιον σκέψου κάτι κι εγώ θα σου πω τι σκέφτεσαι;
Α.: Ναι, μου έχει συμβεί με τον αδελφό μου. Ήμασταν ξαπλωμένοι σε απέναντι κρεβάτια, τα φώτα σβηστά, ήξερε για τις ιδιαιτερότητές μου... Μου είπε γιατί το φοβάσαι; αφού σου συμβαίνει δεν μπορεί να είναι κακό, προσπάθησε να διαβάσεις τι σκέφτομαι... Έκλεισα τα μάτια μου κι άφησα τη σκέψη μου να κάνει βόλτες αδειάζοντας από ότι με προβλημάτιζε εκείνη τη στιγμή. Του είπα: άσε τζίφος, κάτι στάχυα βλέπω και μια γυναίκα που φορά μια ρόμπα και τα κρατά... Μου λέει: πλάκα κάνεις; είσαι ακριβώς μέσα στο μυαλό μου, με προβληματίζει το μέλλον στη δουλειά μου και το έμβλημα είναι το στάχυ κι η Δήμητρα...
Έκτοτε το έχω κάνει αρκετές φορές σε ανυποψίαστα "θύματα", που αρνούμαι να αποκαλύψω είτε σε κείνους είτε σε μένα. Από τη μια με φοβίζει η παραδοχή ότι μπορώ να διαβάζω τη σκέψη από την άλλη με ιντριγκάρει να ανακαλύπτω ότι έχω δίκιο χωρίς να το συζητώ.
Γ.: Εντάξει, η δύναμη του μυαλού όντως είναι ανεξερεύνητη ακόμη, μη νομίζετε, κι η δική μου επιστήμη αυτό προσπαθεί να εξηγήσει... Πείτε μου όμως, πέραν αυτού σας έχουν συμβεί κι άλλου είδους περιστατικά τα οποία θα καταχωρούσατε στα όρια του μεταφυσικού ή έστω του ανεξήγητου;
Α.: Ναι, θα έλεγα η αίσθηση της παρουσίας που συχνά νιώθω κοντά ή και δίπλα μου, οκ, τώρα θα με πάρετε για εντελώς αλλού έτσι;
Γ.: Κάθε άλλο, σας ακούω με μεγάλο ενδιαφέρον, εννοείτε άυλη παρουσία;
Α.: Περίπου, δε μιλώ για φαντάσματα, ούτε για μετακινήσεις αντικειμένων, αλλά για την αίσθηση ότι κάποιος που δεν βρίσκεται κοντά μου σωματικά, βρίσκεται με έναν άλλο τρόπο.
Γ.: Ναι, αλλά μιλάμε για νεκρούς ή ζωντανούς;
Α.: ... και οι δύο περιπτώσεις γιατρέ μου, κι οι δύο...
Γ.: Και που πιστεύετε ότι όλα αυτά μπορεί να επηρεάζουν την αντίθετη αντίδρασή σας με αυτό που είναι "κοινωνικά" αποδεκτό;
Α.: Δεν ξέρω, ούτε καν ξέρω πως οδηγήθηκε η κουβέντα εδώ, ήλπιζα ότι εσείς θα δίνατε τις απαντήσεις κι εγώ απλά θα έλεγα τα πράγματα που μου συμβαίνουν
Γ.: Εννοείται ότι θα σας οδηγήσω κάπου, αλλά πρέπει να βρείτε γιατί προκαλούνται αυτές οι αντιδράσεις από μέρους σας κι αν όλα αυτά που λέμε μεταξύ μας έχουν σχέση με αυτές σας τις αντιδράσεις, εν τέλει νιώθετε ξεχωριστός; ιδιαίτερος; σαν να μην ανήκετε σε αυτό το κοινωνικό σύνολο που σας περιβάλει;
Α.: Κάπως σαν να με λέτε "ψώνιο" μου ακούγεται αυτό; πάντως ναι, νιώθω αλήθεια ξεχωριστός, όχι ότι μου έχει ανατεθεί κάποια ειδική αποστολή, αλλά πιστεύω πως ξεχωρίζω και σαν σκέψη και σαν οντότητα, είναι κακό αυτό;
Γ.: Κακό ή καλό δεν είμαι σε θέση να το χαρακτηρίσω, από τη στιγμή που θέτετε εαυτό σε ένα κάποιο επίπεδο δεν έχω την πρόθεση να σας αποκαθηλώσω από εκεί, αυτό που θέλω να κάνω είναι να μπορέσετε να ανοιχτείτε πραγματικά, όλα μου τα λέτε περίπου, δεν ανοίγεστε πλήρως, σα να κρατάτε για τον εαυτό σας το τελικό αποτέλεσμα ή αν θέλετε τη διάγνωσή μου, μήπως αλήθεια προσπαθείτε να διαβάσετε και τη σκέψη μου;
Α.: (χωρίς να αφήσω να φανεί η αρχική μου έκπληξη) προς θεού, γιατί να το κάνω αυτό; να βοηθηθώ ήρθα δεν ήρθα για επιβεβαίωση...
Γ.: Σας περιμένω οπότε την επόμενη εβδομάδα ίδια ώρα, μέχρι τότε σκεφτείτε αυτά που είπαμε κι ετοιμαστείτε να με ακούσετε περισσότερο και να μιλήσετε λιγότερο...
Α.: Πετάχτηκα σαν ελατήριο και χαιρετώντας με σχεδόν γυρισμένη την πλάτη ακούω να λέει
Γ.: Α, κι ετοιμαστείτε να ματώσουμε πραγματικά την επόμενη φορά, όσο κι αν σας προκαλεί απέχθεια το αίμα, θα πρέπει να φτάσουμε μέχρι εκεί, δεν έχετε και πολύ καιρό εξάλλου να ασχοληθείτε μαζί μου, έτσι δεν είναι;
 ≈

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

8. 2η Επίσκεψη, συνέχεια

-Α: Η ιστορία λοιπόν έχει ως εξής: περίπου 3 και κάτι ήμουν, σε μονοήμερη εκδρομή στην Αίγινα, δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα από την περιήγηση και το ίδιο το νησί, αλλά αυτή η σκηνή μου έχει μείνει ανεξίτηλη. Στο λιμάνι του νησιού περπατάμε οικογενειακώς, εγώ κοντοστέκομαι σε πλανόδιο γέροντα που πουλούσε εικόνες του Αγίου Νεκταρίου, οι δικοί μου κάτι άλλο χάζευαν λίγα μέτρα πιο κάτω, θυμάμαι ακόμη το βλέμμα και την μορφή του, μου χαμογελάει και μου δίνει μια μικρή εικόνα του Αγίου σε ξύλο και ασήμι, του λέω (πάντα ετοιμόλογος ομολογώ): δεν έχω χρήματα εγώ, να ζητήσω από τους γονείς μου, κρατώντας την εικόνα πήγα προς τους δικούς μου, τους δείχνω την εικόνα και λέω ότι θέλω τόσες δραχμές για να την αγοράσω, με πιάνουν από το χέρι και κατευθυνόμαστε εκεί που ήταν ο πάγκος του γέροντα...
-Γ: το παράδοξο που είναι;
-Α: όταν έφτασα με τους δικούς μου στο σημείο που ήταν στημένος ο πάγκος δεν υπήρχε τίποτα... ούτε πάγκος ούτε γέροντας...
-Γ: το θεωρείτε ένα είδος θαύματος, ένα σημάδι ίσως; πιστεύετε γενικά;
-Α: Γενικά πιστεύω, ίσως αιρετικά, ας πούμε δεν παραδέχομαι όλα τα μυστήρια ή τις γραφές, αλλά ναι, πιστεύω, όσο αν το θεωρώ θαύμα όχι, απλά ανεξήγητο... δεν μπορώ να το κατατάξω, και φανταστείτε ότι γενικά είμαι άνθρωπος της λογικής
-Γ: Παράλογο δεν θα σας αποκαλούσα για κανένα λόγο πάντως, μήπως όμως τα πράγματα έγιναν κάπως αλλιώς και σας εντυπώθηκε για κάποιο λόγο το περιστατικό με αυτό τον τρόπο; το έχετε συζητήσει έκτοτε με τους δικούς σας ή με άλλον;
-Α: Όχι ποτέ, θεωρούσα ότι θα με έβρισκαν τρελό ή φαντασιόπληκτο στην καλύτερη, για μένα όμως είναι γεγονός
-Γ: Ωραία, έχουμε λοιπόν στην πρώιμη ηλικία σας: ένα θάνατο, ένα - αν όχι θαύμα - μεταφυσικό φαινόμενο κι ένα σοβαρό ατύχημα. Πόσο θεωρείτε ότι αυτά τα γεγονότα στιγμάτισαν την μετέπειτα ζωή σας;
-Α: με τη σειρά που με ρωτάτε θα μπορούσα να πω: ο θάνατος από τότε αν κι επώδυνος ως γεγονός μου φαίνεται κάτι φυσικό, το μεταφυσικό πάλι μου έχει περάσει ως αίσθηση και κάθε τόσο επαναλαμβάνεται πιστεύω χωρίς να το επιδιώκω, όσο για το ατύχημα περισσότερο μου άφησε το πρόβλημα της θέας του αίματος και της απέχθειάς μου για αυτό.
-Γ.: Σίγουρα θα εμβαθύνουμε σε όλα τα παραπάνω, αλλά προτείνω να ξεκινήσουμε με αυτό που θεωρείτε αρχικά ότι σας συμβαίνει συχνότερα - και μάλιστα χωρίς να το επιδιώκετε, περί μεταφυσικού λοιπόν η ερώτησή μου, πως το βιώνετε ας πούμε και πως αντιδράτε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο;